Σάββατο, 4 Σεπτεμβρίου 2021

Η ονομασία των ημερών στη γλώσσα των λατινόφωνων ελλήνων



Στην ελληνική γλώσσα η ονομασία των ημερών βασίζεται στο ιουδαϊκό ημερολόγιο, το οποίο είχε ως βάση το Σάββατο και αριθμούσε τις υπόλοιπες μέρες με βάση το Σάββατο (μία Σαββάτων, δευτέρα Σαββάτων κοκ, εξαίρεση αποτελούσε η Παρασκευή (προετοιμασία για το Σάββατο).

Οι Χριστιανικές εκκλησίες υιοθέτησαν τις ονομασίες του Ιουδαϊκού ημερολογίου μετονομάζοντας μόνο την πρώτη μέρα σε μέρα Κυρίου.

Στις νεολατινικές γλώσσες (ή αλλιώς ρομανικές) χρησιμοποιείται με βάση τη δημώδη λατινική η ονομασία, κυρίως με βάση τα ονόματα των πλανητών και της Σελήνης εκτός από τη μέρα Σάββατο που υιοθετήθηκε η ιουδαϊκής προέλευσης λέξη.  H χριστιανική επιρροή έσβησε την ημέρα του Κρόνου από το Σάββατο(Saturni dies) και της Ήλιου από την Κυριακή (Solis dies ). ) Έτσι έχουμε στη γλώσσα των λατινόφωνων ελλήνων :

 

Ουνα (από το λατινικό Lunae =Σελήνη)

Μαρτς (από το λατινικό Martis =Άρης)

Νιέρκουρι από το λατινικό Mercuri=Ερμής)

Τζόϊ από το λατινικό Jovis=Δίας από το πρωτοελληνικό πρωτοελληνική  *dzéus)

Βίνιρι από το λατινικό Veneris=Αφροδίτη)

Σέμπιντε (μέσω του λατ. sabbatum εβραϊκό (šabbāṯ) (σταματώ να εργάζομαι)  

Ντομένι(κ)α από το λατινικό dies dominica (ημέρα του Κυρίου)

 

 


Κυριακή, 14 Μαρτίου 2021

Το βελανιδοδάσος στο Ξηρόμερο καλωσορίζει ένα από τα αρχαιότερα ελληνικά αγριολούλουδα

 

Φωτό: Χ Γερογιάννης
Αυτή την εποχή (Μάρτιος) στο Βελανιδοδάσος ανθίζει η παιώνια (mascula russoi), ένα φυτό που είναι σπάνιο και μοναδικό είδος στο Ξηρόμερο.
 Η ανθοφορία της ξεκινά το μήνα Μάρτιο. Η παιώνια, το αρχαιότερο αγριολούλουδο της ελληνικής εξοχής, εμφανίζεται σε όλα τα σημεία της ελληνικής χλωρίδας, από τα βουνά μέχρι τα νησιά της Κρήτης και της Ρόδου, με πολλές διαφορετικές ποικιλίες που η καθεμιά τους ξεχωρίζει για τα μεγαλοανθή και πολύχρωμα λουλούδια της. 

Σε θεά αναγόρευσαν οι Αθηναίοι το μαγικό αυτό φυτό – «Αθηνά Παιωνία» (Παυσανίας), ενώ ένας ανώνυμος βουκολικός ποιητής του 3ου μ.Χ. αιώνα την ύμνησε σαν «πασάων βοτανέων βασιληίδα». Αιώνες αργότερα, στην Κίνα την ονόμαζαν Hoa wang, «βασιλιά όλων των λουλουδιών».

Σάββατο, 10 Αυγούστου 2019

ΛΕΛΕ, ΩΧ ΛΕΛΕ

Η λέξη που "θρηνεί"  από τα βαθη των αιώνων..

Image result for μοιρολοι βλαχων

"Ωχ λέλε"... Λέξη άλλοτε σαν ψίθυρος και άλλοτε ως κραγή πάντα συνυφασμένη με το θρήνο, την απελπισία, τον πόνο.  Μια κραυγή που όποιος την έχει ακούσει σε μοιρολόι  των Ριμένων του Ξηρομέρου (όπως και στο τραγούδι του κεφαλόβρυσσου Μιτσιντει Βρούτε αποτυπωμενα τόσο αυθεντικά από το δημιουργο του Νικόλαο Νάτσια) καταλαβαίνει ότι ξεχειλιζει από την απόλυτη οδύνη και τον απόλυτο σπαραγμό χωρίς όμως κανεις να μπορει να την ερμηνεύσει.  Είναι μια από αυτες τις μαγικές λέξεις που χρησιμοποιούνται για να μετουσιώσουν σε ήχο τον πόνο που θέλει να βγει από το σώμα για να βρεί τη λύτρωση την ανακούφιση ή τηην κάθαρση. Θεωρούσα όμως ότι αυτοί οι άνθρωποι που κουβαλούν ως προφορικη παραδοση μια γλώσσα επικοινωνίας σίγουρα θα μετεφεραν και αναλλοιωτη αυτή τη λέξη που με πάθος θα υποστήριζε τη  υπαρξή της καθώς εξιστορούσε τα ανθρώπινα "πάθη".   Απο που όμως να ήρθε και τι να σήμαινε. 

Τελικά η μόνη (¨;) εξήγηση μου αποκαλύφθη μετά από πολλά χρόνια όταν τυχαία διάβασα τη φράση "ὦ ὀλὲ δαῖμον" 
και όπως καταγράφεται στο "Loeb Classical Library
'
"116 Et. Gen. (p. 39 Calame) = Et. Mag. 622.44 = Et. Sym. (cod. V Gaisford)
ἐκ δὲ τοῦ ὀλοός γίνεται ἡ κλητικὴ ὦ ὀλοέ, καὶ κατὰ συγκοπὴν ὀλέ· ἐὰν δὲ ὀλός ἡ εὐθεῖα, ἡ κλητικὴ γίνεται ὀλέ, οἷον·
ἔχει μ᾿ ἄχος, ὦ ὀλὲ δαῖμον.
τοῦτο περὶ Παθῶν Ἡρωδιανός (ii 250 Lentz).
cf. Anecd. Oxon. (ii 461s. Cramer), schol. A Hom. Il. 10. 134 (τὸ Ἀλκμανικόν· ἔχει . . . δαῖμον), Anecd. Oxon . i 442, Hdn. (i 154 Lentz)
ὦλοὲ, ὦ ᾿λοὲ ci. edd.

και αλλού (LSJ The Online Liddell-Scott-Jones Greek-English Lexicon):


ὀλοός: -ή, -όν, (√ΟΛ, ὄλλυμι) ὁ καταστρέφων, καταστρεπτικός, ὀλέθριοςφονικόςσυχν. παρ’ Ὁμ. καὶ Ἡσ. εἴτε ἐπὶ πρσώπων, Κὴρ ὀλόη, Μοῖρα ὀλοή· ὀλοῷ Ἀχιλῆι Ἰλ. Ω. 39· εἴτε ἐπὶ πραγμάτων, αἰσθημάτων, καταστάσεων, κτλ., πυρὸς ὀλοοῖο Ὀδ. Μ. 68· ὀλοῷ ἐνὶ δεσμῷ Χ. 200 πόλεμος, μάχης, πόνος Ἰλ. Γ. 133, Π. 568· λύσσαγόοςμῆνις Ι. 305, Ψ. 10, Ὀδ. Γ. 135· γήραος οὐδὸς Ἰλ. Ω. 487· νὺξ Π. 567, κτλ.· φρένες Α. 342 οὕτω παρ’ Αἰσχύλ. ὀλ. τύχαι Πρ. 554· νιφὰς Θηβ. 213· Εὐρ., καὶ μεταγεν. 

Από την ίδια ρίζα προέρχεται και το ρήμα  Ὀλολύζω (=βγάζω δυνατή κραυγή). Λέξη ὀνομα- τοποιημένη ἀπ’ τή ρίζα ολ μέ ἀναδιπλασιασμό: ολ-ολύγ-j-ω  ὀλολύζω. Παράγωγα: ὀλολυγή 160 (=δυνατή κραυγή), ὀλόλυγμα, ὀλολυγμός, ὀλο- λυγών (=κραυγή τοῦ ἀρσενικοῦ βατράχου, γιά νά φανέρωσει τήν ἀγάπη του στό θηλυκό), .ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ • ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ ΜΑΝΤΟΥΛΙΔΗΣ 





ΚΚ