Δευτέρα, 11 Φεβρουαρίου 2008

ΒΙΩΜΑΤΑ


O ΔΕΚΑΠΕΝΤΑΥΓΟΥΣΤΟΣ ΤΩΝ ΡΙΜΕΝΩΝ ΤΗΣ ΠΑΛΑΙΟΜΑΝΙΝΑΣ
Γράφει ο: Δημήτρης Στεργίου*** Πηγή:http://www.dimitris-stergiou.gr

Μετά τη θεία λειτουργία, οι γυναίκες γέμιζαν τα ωραία (πολύχρωμα) πιάτα με κομμάτια από την «τούρτα» (είδος ψωμιού) και με κομμάτια από καρπούζι, πεπόνι και γευστική φέτα, τα σκέπαζαν με μια καθαρή (πολύχρωμη ή με τετραγωνάκια) πετσέτα (αμπόλια στα βλάχικα) και πήγαιναν σε όλα τα γειτονικά σπίτια και σε συγγενείς και τα πρόσφεραν (για τις ψυχές των νεκρών) ευχόμενες πάντα «Χρόνια Πολλά».
Η γιορτή της Κοίμησης της Θεοτόκου στις 15 Αυγούστου είναι από τις μεγαλύτερες της Χριστιανοσύνης και της Ελλάδος, γι΄ αυτό και σε πολλές περιοχές της χώρας μας αποκαλείται και ως «Πάσχα του Καλοκαιριού». Και είναι ευχάριστη η διαπίστωση ότι στο χωριό μου, την Παλαιομάνινα Ξηρομέρου Αιτωλοακαρνανίας, αυτή η ιερότητα, η θρησκευτικότητα, τα έθιμα και η ιδιαιτερότητα.....στη διαδικασία με την οποία περίμεναν οι Ριμένοι της Ακαρνανίας τη μεγάλη αυτή γιορτή δεν έχουν εξαφανισθεί από το χρόνο, το νέο τρόπο ζωής και την… παγκοσμιοποίηση, κυρίως από τους μεγαλύτερους σε ηλικία κατοίκους. Υπογραμμίζω την επισήμανση αυτή διότι όσες φορές βρέθηκα τα τελευταία χρόνια στο χωριό μου την ημέρα αυτή έβλεπα εικόνες που με γύριζαν δεκάδες χρόνια πριν!Η διαδικασία για τις γιορτές του Δεκαπενταύγουστου άρχιζε από την 1η Αυγούστου, δηλαδή με την έναρξη της νηστείας που τηρούσαν όλοι σχεδόν οι κάτοικοι, ακόμα και τα παιδιά! Τα φασόλια, οι φακές, τα κουκιά, το ντοματόρυζο, οι ντομάτες γεμιστές, οι μελιτζάνες, οι πατάτες στο φούρνο, ήταν το βασικό φαγητό όλων των οικογενειών του χωριού έως τις 15 Αυγούστου! Μολονότι, η περίοδος της νηστείας συνέπιπτε με την κορύφωση της διαδικασίας συλλογής και επεξεργασίας των καπνόφυλλων (σηκωνόμασταν στις 1 ή 2 το πρωί και αρμαθιάζαμε τα καπνόφυλλα έως το απόγευμα!) ήταν τόσο έντονη η χαρά της προσμονής της γιορτής που κανείς δεν καταλάβαινε πώς περνούσαν τόσο γρήγορα οι 15 ημέρες της νηστείας.Μάλιστα, όσο πλησίαζε η 15η Αυγούστου ή καλύτερα η παραμονή της γιορτής τόσο εντεινόταν η χαρά και η προσμονή και κορυφώνονταν οι προετοιμασίες τόσο από τις νοικοκυρές (καθαριότητα, ασβέστωμα τοίχων, αγορά ενός καλύτερου καλοκαιρινού φορέματος για να πάνε κυρίως οι νέες στην Εκκλησία κλπ) όσο και από τους άνδρες (παραγγελιά στους… υπαίθριους τότε κρεοπώλες για την ποσότητα και το είδος του κρέατος, κυρίως προβατίσιου, αγορά καρπουζιών, πεπονιών, ντομάτας, φέτας, κλπ).Πράγματι, η παραμονή της γιορτής της Παναγίας (κυρίως μετά το μεσημέρι) έμοιαζε με… Πάσχα. Όλοι οι κρεοπώλες του χωριού είχαν κρεμάσει από αυτοσχέδια ικριώματα (σχήματος Π) με τα τσιγκέλια τα σφαχτά και πουλούσαν συνεχώς στους πελάτες τους, σύμφωνα με τον κατάλογο παραγγελιών που είχαν καταρτίσει. Σημειώνω ότι τότε δεν υπήρχαν ψυγεία και, συνεπώς, το κρέας έπρεπε αμέσως να παραδοθεί και να παραληφθεί από τα νοικοκυριά για τα περαιτέρω.Στο μεταξύ, όλοι σχεδόν οι κεντρικοί δρόμοι του χωριού, όπου υπήρχαν τα υποτυπώδη… υπαίθρια κρεοπωλεία είχαν μετατραπεί σε υπαίθριες… ψησταριές, όπου ψήνονταν συνεχώς νοστιμότατα κοκορέτσια και σπληνάντερα και από όπου αναδυόταν μια… γευστικότατη κνίσα!Ανήμερα ή από το βράδυ της παραμονής, οι νοικοκυρές έβαζαν το προβατίσιο κρέας να σιγοβράζει επί… ώρες στην κατσαρόλα (τέντζερης), ενώ είχε ολοκληρωθεί και η διαδικασία για την παρασκευή της νοστιμότατης «τούρτας». Είναι στα βλάχικα ένα είδος ψωμιού που ζύμωναν οι γυναίκες με ιδιαίτερη επιμέλεια και ξεχωριστή διαδικασία. Κι αυτό όχι μόνο διότι ήταν ο «Άρτος της Παναγιάς», αλλά και διότι μετά τη θεία λειτουργία διανεμόταν από σπίτι σε σπίτι και, συνεπώς, έπρεπε να καταδείξει η κάθε νοικοκυρά ότι είναι επιδέξια!Λοιπόν, μετά τη θεία λειτουργία, οι γυναίκες γέμιζαν τα ωραία (πολύχρωμα) πιάτα με κομμάτια από την «τούρτα» και με κομμάτια από καρπούζι, πεπόνι και γευστική φέτα, τα σκέπαζαν με μια καθαρή (πολύχρωμη ή με τετραγωνάκια) πετσέτα (αμπόλια στα βλάχικα) και πήγαιναν σε όλα τα γειτονικά σπίτια και σε συγγενείς και τα πρόσφεραν (για τις ψυχές των νεκρών) ευχόμενες πάντα «Χρόνια Πολλά».Σημειώνεται ότι σε άλλες περιοχές μοιράζουν κόλλυβα! Αλλά, το πιάτο δεν άδειαζε ποτέ! Η προσφορά συνοδευόταν από … αντιπροσφορά των ίδιων περίπου κομματιών από την άλλη νοικοκυρά. Δεν άδειαζε ακόμα διότι οι περισσότερες και οι περισσότεροι παραλήπτες των κομματιών αυτών δεν ήθελαν να χαλάσουν την …όρεξη (περίμεναν πώς και πώς, ύστερα από 15 ημέρες νηστεία, να φάνε κρέας!)Πράγματι, το γιορτινό τραπέζι του Δεκαπενταύγουστου ήταν κάτι το ξεχωριστό. Ήταν μεγάλη γιορτή για τους Ριμένους της Ακαρνανίας. Και για το λόγο αυτό μεριμνούσαν να είναι πλούσιο από πολλά γευστικά παραδοσιακά ντόπια προϊόντα.Το κρέας ήταν κυρίως προβατίσιο και το μαγείρευαν με δύο συνήθως τρόπους: Ή με μακαρόνια χοντρά σε πικάντικη σάλτσα (όπως το περίφημο βλάχικο γαμήλιο φαγητό) ή με φρέσκιες ντομάτες και πατάτες σε ταψί στο φούρνο ή στη… γάστρα. Σε πολλά τραπέζια, έβλεπε κανείς και κοκορέτσια ή σπληνάντερα τα οποία είχαν αγοράσει ψημένα από τους υπαίθριους κρεοπώλες ή τα είχαν παρασκευάσει οι ίδιοι οι νοικοκυραίοι.Και οι γιορτές του Δεκαπενταύγουστου τελείωναν με καλό ντόπιο κρασί, γευστική παραδοσιακή ντόπια φέτα και φρεσκοζυμωμένο ψωμί και, φυσικά, με παραδοσιακά τραγούδια και ευχές «Χρόνια Πολλά»!Έτσι, ήταν έτοιμοι να μπουν την επομένη και στη «Μάχη του Βελανιδιού». Η συγκομιδή του βελανιδόκαρπου άρχισε, συνήθως, μετά το Δεκαπενταύγουστο και μάλιστα σε δασοτεμάχια που είχαν διανεμηθεί πριν σε κάθε οικογένεια του χωριού. Επρόκειτο για μια ενασχόληση η οποία εξασφάλιζε επί δεκαετίες ικανοποιητικό πρόσθετο, συμπληρωματικό, εισόδημα στα νοικοκυριά της Παλαιομάνινας και, φυσικά, σε όλους τους κατοίκους της περιοχής, της Μάνινας Ξηρομέρου…
***Ο Παλαιομανιώτης Δημήτρης Λ. Στεργίου είναι δημοσιογράφος. Γεννήθηκε στην Παλαιομάνινα Αιτωλοακαρνανίας.

                      ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ ΣΤΟ ΧΩΡΙΟ!
Γράφει ο Νίκος Ε. Ναούμης***(Πηγή:http://www.http://naoumis-nikos.blogspot.com



Αναμφισβήτητα, οι μέρες στην κρίση που διανύουμε, είναι από τις πλέον δύσκολες. Παρά τους πρόωρους πανηγυρισμούς που επικράτησαν σχετικά με τον συνεχή δανεισμό της χώρας μας, κανείς δεν μπορεί να παραβλέψει, ότι το μέλλον της γενιάς μου κι αυτών που ακολουθούν, προδιαγράφεται δύσκολο, αν όχι ζοφερό. Δύσκολο, διότι λάθη και αστοχίες στην διακυβέρνηση του τόπου, μας υποχρεώνουν, να κρατάμε μικρό καλάθι προσδοκιών κι ονείρων. Όμως , θεωρώ, ότι το καλύτερο καταφύγιο, για να μπορείς να αποδιώξεις τις μαύρες αυτές εικόνες, είναι ένα ταξίδι στις αναμνήσεις των παιδικών σου χρόνων. Τα παιδικά μας χρόνια, όσο δύσκολα ή εύκολα κι αν ήταν για τον καθένα από εμάς, ήταν πλούσια σε έντονες εικόνες και όμορφες στιγμές. Ο λόγος, απλός… Τα χρόνια που είναι συνυφασμένα με την παιδική ηλικία ενός ανθρώπου, κρύβουν όλη την αθωότητα και φυσικότητα, που όλοι μας αποζητούμε σήμερα.
Τα δικά μου παιδικά χρόνια, δεν θα έλεγα, ότι ήταν και τα πλέον εύκολα. Ήταν όμως όμορφα και γεμάτα αγάπη από το περιβάλλον μου. Οι πιο έντονες εικόνες της παιδικής μου ηλικίας, είναι άρρηκτα (συνδε)δεμένες, με την ομορφότερη εποχή του χρόνου για ένα παιδί, το καλοκαίρι. Το καλοκαίρι από πολλές απόψεις, είναι η εποχή εκείνη, που τα λουριά χαλαρώνουν και ο χρόνος έχει την δική του ιδιαίτερη αξία.
Τα δικά μου καλοκαίρια λοιπόν, στο χωριό μου, την Παλαιομάνινα του Δήμου Ξηρομέρου -Αιτωλοακαρνανίας, ήταν έντονα και όμορφα. Ξεκινούσαν με το κλείσιμο των σχολείων, περίπου στα μέσα Ιουνίου. Στον τόπο μου, εκείνα τα χρόνια, κυρίως τους καλοκαιρινούς μήνες, επικρατούσε η ασχολία με το κύριο εισόδημα, την καπνοκαλλιέργεια. Η καλλιέργεια του καπνού, εξασφάλισε στους νοικοκυραίους συγχωριανούς μου, στα μετέπειτα χρόνια, ένα καλό ετήσιο έσοδο. Εκτός όλων των άλλων, ο καπνός, αποτελούσε στην δεκαετία του ’80, μαζί με άλλα προϊόντα, τον αιμοδότη της ελληνικής οικονομίας. Η καλλιέργειά του ξεκινούσε από την άνοιξη με τα φυντάνια και την μεταφύτευσή του, το σκάλισμα το πότισμα ,το καλοκαίρι με την συλλογή του, την ξήρανση τον σχηματισμό σε βαντάκια και το δέσιμο σε δέματα προς τον χειμώνα. Μετά την καλλιέργεια λοιπόν του καπνού όλο τον χειμώνα, και το καλοκαίρι, δρέπονταν οι καρποί, μετά το μάζεμα και την επεξεργασία του, για να σταλεί στο τέλος της εποχής αυτής, στις μεγάλες βιομηχανίες που τον αγόραζαν.

Ακόμα θυμάμαι, την τέντα που έριχναν οι δικοί μου για να σκεπάσουν την αυλή του σπιτιού μας. Ο λόγος απλός. Η αυλή του κάθε σπιτιού στο χωριό μου το καλοκαίρι, μετατρέπονταν σ’ ένα εργαστήρι, που με την συμμετοχή μικρών και μεγάλων, γινόταν το αρμάθιασμα των φύλλων του καπνού, για να είναι έτοιμος, για να ολοκληρώσει τον κύκλο του, με την διαδικασία της αποξήρανσης του. Όταν εγώ ήμουν μικρός, η διαδικασία του αρμαθιάσματος του καπνού, είχε εξελιχθεί. Πρόλαβα όμως λίγο και θα σας περιγράψω τον πιο παραδοσιακό τρόπο, που με αυτόν κυρίως δούλευαν οι παλαιότεροι. Ο καπνός, έρχονταν απ’ το χωράφι σε τσουβάλια ή σε μεγάλα καλάθια. Οι μεγαλύτεροι, από τις πρώτες πρωϊνές ώρες, είχαν φροντίσει για την συγκομιδή του. Τα τσουβάλια αυτά, αδειάζονταν στην μέση της αυλής και όλη η οικογένεια, μαζεύονταν γύρω απ’ το σωρό, καθισμένη οκλαδόν. Ο καθένας, κρατούσε στο χέρι του, μια μεγάλη και λεπτή βελόνα, σαν αυτή του πλεξίματος φανταστείτε, πολύ αιχμηρή όμως. Ο καθένας λοιπόν έπρεπε να γεμίσει κατά μήκος αυτή την βελόνα, με τα φύλλα του καπνού. Αυτό γινόταν, τρυπώντας το κοτσάνι του καπνόφυλλου. Όταν η βελόνα γέμιζε, έσπρωχνες όλη αυτή την συστάδα καπνόφυλλων, στην κλωστή που ακολουθούσε την άλλη άκρη της βελόνας. Όταν αυτή η κλωστή, με προκαθορισμένο μήκος γέμιζε, σχηματίζονταν μια γιρλάντα, με φύλλα καπνού. Όλες αυτές οι αρμαθιές - γιρλάντες, μεταφέρονταν ύστερα σ’ ένα χώρο έξω απ’ το χωριό συνήθως, σε κάποιο κτήμα ή κήπο της οικογένειας στη ηλιάστρα, και αφήνονταν εκεί κρεμασμένες, για αποξήρανση με το φως του ηλίου, η διαδικασία αυτή λάμβανε χώρα καθ’ όλη την διάρκεια του καλοκαιριού. Όσο τα χρόνια περνούσαν, η ανάπτυξη της τεχνολογίας εισχώρησε στην κουραστική και επίπονη αυτή διαδικασία των παιδικών μου χρόνων. Ο εκσυγχρονισμένος τρόπος του αρμαθιάσματος επικράτησε του παραδοσιακού, με αποτέλεσμα να χάσει την ειδυλλιακή αξία που είχε για μας τα παιδιά αυτή η διαδικασία.

Το αρμάθιασμα του καπνού και γενικά οι ασχολίες που σχετίζονταν με τον καπνό, διαρκούσαν όλη την εβδομάδα. Η Κυριακή όμως, ήταν ημέρα ανάπαυσης και ξεκούρασης για τους σκληρά εργαζόμενους συγχωριανούς μου. Για μας τα παιδιά, ήταν όμως και η καλύτερη μέρα της εβδομάδας! Ο κόπος που κι εμείς καταβάλαμε όλη την εβδομάδα, παρά την κούραση των δικών μας, ανταμείβονταν. Πως γινόταν αυτό; Η διαδικασία ξεκινούσε από το Σάββατο το βράδυ. Το αυτοκίνητο της οικογένειας, πλένονταν και γινόταν σαν καινούριο. Είπαμε, η Κυριακή ακολουθούσε και ήταν η μέρα μας! Το πλύσιμο εθελοντικά, το αναλαμβάνανε με μεγάλη ευχαρίστηση μπορώ να πω, τα μικρότερα μέλη της οικογένειας.

Η Κυριακή έφτανε και το πρωϊνό ξύπνημα ήταν επιβεβλημένο. Όλοι, μικροί μεγάλοι, εκπληρώναμε τα θρησκευτικά μας καθήκοντα, κάτι που στις μέρες μας, θεωρείται δυστυχώς αγγαρεία κι έχει παραμεληθεί. Μετά το σχόλασμα από την εκκλησία, ακολουθούσε η επίσκεψη στο καφενείο, καφές για τους μεγάλους, πορτοκαλάδα χωρίς ανθρακικό η … υποβρύχιο για μας τα παιδιά! Όταν όλα αυτά τελείωναν, γύρω στις 11:00 το π.μ., έφτανε η μεγάλη ώρα! Ανεβαίναμε με ένα σάλτο στην φρεσκοπλυμμένη καρότσα του αγροτικού μας αυτοκινήτου με μπρατσάκια, κουβαδάκια και άλλα σύνεργα υπό μάλης και βουρ για την παραλία! Στην έξοδο του χωριού, έβλεπες κι άλλες χαρούμενες καρότσες φορτωμένες παιδική ευτυχία κι αθωότητα. Προορισμός μας, είτε η παραλία του Λούρου, είτε κατά δεύτερο λόγο, εκείνες τους Αστακού και του Βελά.

Θα ήταν παράλειψή μου σ’ αυτό το σημείο, αν δεν ανέφερα και την αγαπημένη μας συνήθεια εκείνων των χρόνων. Όλοι σαν μικρά παιδιά που ήμασταν, μας είχε αρέσει να παινευόμαστε, για τα «κατορθώματά» μας και να τα απαριθμούμε στους συνομήλικούς μας. Καλοκαίρι λοιπόν και όλοι μας, είχαμε επιδοθεί άτυπα σ’ έναν διαγωνισμό. Το έπαθλο του διαγωνισμού, δεν ήταν κάτι χειροπιαστό. Ήταν μόνο η ικανοποίηση του παιδικού μας εγωϊσμού. Όλοι λοιπόν, είχαμε επιδοθεί σ’ έναν μαραθώνιο, για το ποιος θα καταφέρει να φάει, τα περισσότερα παγωτά! Φυσικά, ο καθένας δήλωνε ότι ήθελε! Σημασία είχε όμως, αν κατάφερνε να πείσει τους γύρω του…

Το τέλος του καλοκαιριού ουσιαστικά για τις οικογένειες των καπνοκαλλιεργητών, συνέπιπτε, με την μεγάλη γιορτή της Παναγιάς, τον δεκαπενταύγουστο. Οι αυλές ασπρίζονταν, τα σπίτια καθαρίζονταν και το έθιμο του χωριού για την μεγάλη ημέρα, τηρούνταν και μπορώ να πω, με ευχαρίστηση, ότι διατηρείται ως τις ημέρες μας. Την μεγάλη εκείνη ημέρα της Χριστιανοσύνης, μετά την θεία λειτουργία, στο χωριό μου έχουμε ένα πολύ ωραίο έθιμο. Το έθιμο αυτό, έχει να κάνει με την διανομή βρώσιμων αγαθών, σε συμβολικό επίπεδο, από τον ένα συγχωριανό στον άλλο. Κύριο αγαθό που το κάθε σπίτι διένειμε προς τα γειτονικά του, ήταν η « τούρτα « που λέμε στο χωριό μου. Δεν είναι τούρτα γλυκό όπως νομίζετε αλλά ζυμωμένο ψωμί, που συνοδεύεται συνήθως από τυρί και φρούτα. Ανάλογα με τις δυνατότητες, η κάθε οικογένεια, προσέφερε αν μπορούσε και γλυκά.



Κλείνοντας, πιστεύω ότι όλοι λίγο η πολύ, νοερά, μεταφερθήκατε και στα δικά σας παιδικά χρόνια. Είναι ωραίο που και που να θυμάσαι όμορφα γεγονότα. Είμαστε ένας λαός, που όσο και να ψάξει κανείς, μπορεί να βρεί στοιχεία, που δεν τα συναντάς πουθενά στη γη. Η σύγχρονη εποχή, μας έκανε σκληρούς και μας απομόνωσε από τους γύρω μας. Μήπως η λύση τελικά στ’ αδιέξοδα των καιρών μας, είναι να ξαναβρούμε όλα αυτά που μας ενώνουν και που μας στήριζαν; Πιστεύω τελικά πως ναι, αυτή είναι η λύση και μπορούμε να την πραγματώσουμε…
***Ο Παλαιομανιώτης Νίκος Ναούμης είναι απόφοιτος της Νομικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών (Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης) με εξειδίκευση στις Διεθνείς και Ευρωπαϊκές Σπουδές.

Ο ΑΡΧΟΝΤΑΣ ΤΩΝ ΠΑΝΗΓΥΡΙΩΝ, ΓΙΑΝΝΗΣ ΒΑΣΙΛΟΠΟΥΛΟΣ, ΣΤΗ ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ
Γράφει ο Δημήτρης Αρβανίτης (Πηγή: http://arvanitisdimi.blogspot.com)



Πριν από λίγο διάβασα την είδηση στο Διαδίκτυο, Πέθανε χτες ο σπουδαίος κλαρινίστας Γιάννης Βασιλόπουλος. Ομολογώ ότι ένα κύμα θλίψης ανάμικτο με νοσταλγικές μνήμες των παιδικών μου χρόνων με κυρίευσε. Έβαλα ένα σιντί που είχα φτιάξει μόνος μου, να ακούγεται το κλαρίνο του και γράφω αυτές τις λέξεις στη μνήμη του... αλλά και στη μνήμη του πατέρα μου, των θείων μου, των συγχωριανών μου... που τόσες και τόσες φορές ταξίδευαν μαζί του.


Γιατί ο Γιαννάκης Βασιλόπουλος ήταν ταξιδευτής, σε έπαιρνε με τους μαγικούς του ήχους και σε πήγαινε σε άλλες πολιτείες, σε άλλους ουρανούς, σε άλλους γαλαξίες... Μεθυστικό κρασί το άκουσμά του κλαρίνου του! Δεν ήταν συνηθισμένο κλαρίνο, ήταν διαφορετικό, ξεχωριστό, το ηχόχρωμα του μοναδικό, σε χίλιους ήχους κλαρίνου, το δικό του ξεχώριζε, αυτός είναι Βασιλόπουλος, έλεγες... Πόσες και πόσες νύφες ξεκίνησαν τη ζωή τους με τους ήχους του Γιάννη; Πόσα και πόσα πανηγύρια, ονομαστά στη Πεντάλοφο και στο Μοναστηράκι αλλά και οι Μεγάλες Παρασκευές στις εκκλησίες, οι εκκλησιαστικοί του ύμνοι -Τα δάκρυα της Μαγδαληνής-, και οι διασκευές του – το αγριολούλουδο- τα υπέροχα σόλο του -Σαν της Άνοιξης Λουλούδι- ;

Όμως το κλαρίνο του Βασιλόπουλου ήταν και τα παιδικά μου χρόνια. Θυμάμαι τα πανηγύρια στο χωριό, φωνές, κόσμος, μυρουδιές, το κρέας στη λαδόκολλα, οι μπύρες κι οι παρέες στα τραπέζια.... Ο άρχοντας των πανηγυριών, τον θυμάμαι σα τώρα δα, όρθιο στο πάλκο με κάτασπρο κοστούμι, μαύρος ο ίδιος, τσιγγάνικη αλλά συνάμα θεϊκή μορφή με το πάντα περιποιημένο μουστάκι και το αψεγάδιαστο κατάμαυρο μαλλί του. Δίπλα του ο Γιάννης Κωσταντίνου, η Αννούλα Τσαχάλου, η Αννυ Λιαροπούλου, όμορφες φωνές αλλά μέρος ενός σκηνικού, ενός ουρανού όπου κυρίαρχο ήταν το αστέρι του Γιάννη Βασιλόπουλου. Λάμψη που ακτινοβολούσε και αυτούς...Τι παίξιμο, τι αυτοσχεδιασμοί και πως τρελαινόταν όταν έβλεπε δεινό χορευτή, φκιαχνόταν και πέταγε στη κυριολεξία. Ήθος, επαγγελματισμός, ιώβεια υπομονή, ποτέ δεν αρνήθηκε στις παρέες, στους χορευτές, μέχρι το πρωί...


Θυμάμαι είχε πει κάποτε ένας φίλος, στον Πετρολούκα Χαλκιά μετά από μια συναυλία, ΄΄είσαι ο πρώτος Πετρολούκα, είσαι ο καλύτερος΄΄ κι ο σεμνός –τεράστιος- καλλιτέχνης απάντησε ΄΄κάνεις λάθος φίλε, το καλύτερο κλαρίνο στην Ελλάδα είναι ο Γιάννης ο Βασιλόπουλος από τ΄Αγρίνιο΄΄ Δηλαδή είχε αναγνωριστεί από τους μεγάλους ομότεχνους του. Να πούμε βέβαια ότι ήταν αυτοδίδακτος, ότι έμαθε μόνος του και ότι του έδειχνε ο πατέρας του, μουσικός κι αυτός. Δεν ήξερε να διαβάζει νότες, αλλά δούλευε με το αυτί και μπορούσε απίστευτα να απομνημονεύει...


Λυπάμαι πολύ πού έφυγε, αυτός ο μεγάλος δεξιοτέχνης, νοιώθω ότι έφυγαν μαζί του και τα παιδικά μου χρόνια στο χωριό, έσβησε η εικόνα τους από μπροστά μου. Χαίρομαι όμως πού στα χνάρια του βαδίζουν άλλοι νεώτεροι για να κρατήσουν τη παράδοση της δημοτικής μας μουσικής ψηλά, όπως ο Θανάσης Βασιλόπουλος, ο Κώστας Αριστόπουλος, ο Πάνος Κοτρώτσος και σίγουρα κι άλλοι που εγώ δεν έχω ανακαλύψει...


Καλό ταξίδι Άρχοντα των Πανηγυριών, το Ξηρόμερο θα είναι φτωχότερο χωρίς εσένα και τα πανηγύρια μας δεν θα είναι πια ίδια.


Κι όταν θα βρεις τον πατέρα μου τον Νίκο, εκεί στον άλλο κόσμο, σε παρακαλώ, παίξε του τον Σελήμπεη, το αγαπημένο του που χόρευε στα πανηγύρια στο χωριό, παραγγελιά από το γιο του πες του. Με είχε αφήσει πολύ νωρίς και δε πρόλαβα ποτέ να του το αφιερώσω...Ας είναι ελαφρύ το χώμα που σε σκεπάζει Άρχοντα Γιάννη Βασιλόπουλε.

***Ο Παλαιομανιώτης Δημήτρης Αρβανίτης είναι (εκτός των άλλων) απόστρατος Αξιωματικός του Ελληνικού Στρατού με το βαθμό του Συνταγματάρχη και  απόφοιτος Της Νομικής του ΑΠΘ   



ΣΑΝ ........   ΚΑΠΝΟΣ
Γράφει η Σωτηρία Δημονίτσα

   Τόσο η  ανταπόκριση στο  κάλεσμα ‘’γράψε κάτι για το μάζεμα του καπνού’’όσο και το ίδιο το κάλεσμα , απηχεί ίσως  και μια διάθεση ανακλητικής παιδικότητας με την έννοια της επουλωτικής ανάμνησης μπροστά στο φόβο του χρόνου που περνά και που φαίνεται υπεύθυνος για παραγωγικές  αναμοχλεύσεις …

    Μέσα από μια διαδικασία σχεδόν αυτόματης γραφής λοιπόν, δεν μπορώ να ξεχάσω τον εκκωφαντικό θόρυβο του ξυπνητηριού στις 4 .30 τα ξημερώματα (σαν να επρόκειτο να εγερθεί ένα τάγμα), ενώ συχνά χτυπούσε νωρίτερα το ρολόι των γειτόνων (μια ανάσα χώριζε το ένα σπίτι από το άλλο), το διαπίστωνα , κοιμόμουν λίγο ακόμα αλλά σε λίγο…η φωνή της μάνας ερχόταν να ακυρώσει την ‘’απόλαυση’’ μπροστά στο πρέπει της δουλειάς. 
 Και μετά ακολουθούσαν τα πολύ υγρά πρωινά, καθώς μες στο σκοτάδι ακόμα, ‘’λουζόμασταν’’ στα βρεγμένα φύλλα του καπνού, που όσο ψηλότερο ήταν τόσο πιο πολύ χαιρόταν ο πατέρας μου για την καλή έκβαση της σοδειάς και τόσο πιο δυσκίνητη γινόμουν εγώ εκεί μέσα, αφού ντυνόμουν σαν κρεμμύδι, μήπως και νικήσω την υγρασία που περόνιαζε και που δυστυχώς δεν ‘’τσίμπαγε’’ στα δικά μου τεχνάσματα. Μάλιστα η κατάργηση της δέουσας ευκινησίας δυσκόλευε σημαντικά τα πράγματα στο καταραμένο πατόφυλλο( το μάζεμα των κατώτερων φύλλων που ακουμπούσαν το χώμα) και αν και γενικά η σχέση μου με το χώμα δεν είναι κακή, θυμάμαι ότι δεν είχα νιώσει καθόλου  βολικά όταν κάποτε μαζεύοντας πατόφυλλο είχα ξεβολέψει ένα –ευτυχώς για μένα – κοιμισμένο φίδι.  
 Πάντως η ‘’ανάσα’’ ερχόταν όταν άρχιζε να βγαίνει σιγά-σιγά ο ήλιος (αυτή η στιγμή για μένα ήταν η πιο ‘’θεική’’). Ισως κανείς από μας να μην θαύμαζε τα αυγουστιάτικα φεγγάρια, που κι αυτά ήταν κομμάτι αυτής της πραγματικότητας , ρομαντική και εξωραισμένη ίσως , όμως ή ανατολή του ήλιου ήταν ευλογία, την περιμέναμε , γιατί στεγνώναμε , φωτιζόμασταν και αναμέναμε …τι;  Ότι μόλις ο ήλιος θα σκαρφάλωνε  μέχρι ενός καθορισμένου, για μένα, σημείου ΘΑ ΦΕΥΓΑΜΕ!...Βέβαια είχε και το τίμημα της αυτή η φυγή-όπως εξάλλου κάθε φυγή όταν αντιμετωπίζεται ως τέτοια.Επρεπε να νιώσεις ότι’’ψήνεσαι’’ μέσα στα ρούχα σου και ότι δεν τον αντέχεις άλλο τον άτιμο τον ήλιο, που τώρα πλέον δεν ήταν ευλογία.
 Αλλά έτσι είναι αυτά, σ ένα πρωινό βίωνες όλα τα στάδια της ‘’οδύνης και της ηδονής’’ με ένα κρεσέντο , θα έλεγε κανείς , που ξεκινούσε όταν άρχιζε να κινείται κάτι στους δρόμους , δηλαδή τα πρώτα φορτηγάκια ,τύπου DATSUN,  που περνούσαν δίνοντας το αυτονόητο πρόσταγμα του ‘’αποχωρειν ‘’. Και ήταν αυτό το στάδιο σαν πανηγύρι ή διάλειμμα πριν το αρμάθιασμα…
Ωστόσο δεν μπορεί να παραβλέψει κανείς πως όλη αυτή η προσπάθεια (που κρατούσε όλο το καλοκαίρι και στην  οικογένειά μου τελειώναμε πάντα τελευταίοι…εννοείται ότι οι διακοπές ήταν ως έννοια και κατάσταση άγνωστες) να φτάσεις στη συλλογή των τελευταίων και ψηλότερων φύλλων του καπνού, δηλαδή το ‘’ούτσιο’’ (που ήταν και το αγαπημένο μου καθώς δεν έσκυβα , δεν βρεχόμουν, δεν είχαν όγκο τα φύλλα…)αυτή λοιπόν η σταδιακή κατάκτηση του επιθυμητού στόχου νομίζω ότι ως τέτοια έχει μια ενδιαφέρουσα σημειολογία ως προς τη διαδικασία πειθαρχίας, προγράμματος , παρακολούθησης και βίωσης μιας εξέλιξης που στη βάση της παρουσιάζει πολλά κοινά στοιχεία με άλλες στοχεύσεις, και που όσο καλύτερη σχέση έχει κανείς μ αυτή τόσο πιο πολύ μπορεί να μιλά και για την ‘’απόλαυσή της’’.

Δημονίτσα Σωτηρία, Απόφοιτος Αρχαιολογίας - Φιλοσοφικής

ΠΑΛΑΙΟΜΑΝΙΩΤΙΣΣΑ  ΡΙΜΕΝΑ 

Τα παιδικά μου χρόνια τα έζησα σε ένα σπίτι, στο οποίο συγκατοικούσαμε έξι γυναίκες, δηλαδή οι τρεις αδελφές μου, η μητέρα μου και η γιαγιά μας, η μάια. Υπήρχε φυσικά και ο πατέρας ο οποίος όμως, αφού δούλεψε μακριά μας επτά χρόνια στην Γερμανία, όταν  γύρισε ασχολήθηκε κυρίως με εξωτερικές δουλειές στα χωράφια. Έβλεπα τον ίσκιο του συνέχεια και παντού αλλά τον ίδιο σπανιότερα.  Στο σπίτι μας επίσης πολύ τακτικά είχαμε επισκέψεις από την αδελφή της μητέρας μου την Τέτα, και τις δυο της κόρες. Έτσι πολύ συχνά μαζευόμασταν  όλες μαζί γύρω από την μητριαρχική φιγούρα της μάιας, είτε στην αυλή το καλοκαίρι είτε στο τζάκι το χειμώνα, κάνοντας τις περισσότερες παιδικές μου αναμνήσεις  να είναι συνυφασμένες έντονα με τη γυναικεία παρουσία στις δεκαετίες κυρίως  του '70 και '80, ως παιδί και ως έφηβη.
  Σε αυτές τις μνήμες σημαντικό ρόλο παίζουν θυμάμαι οι συνάξεις των γυναικών, συνήθως τις Κυριακές το απόγευμα (ημέρα υποχρεωτικής θρησκευτικής αργίας) με τα σκαμνάκια μας στις αυλές με τα γεράνια και τους βασιλικούς ανάμεσα στις αυτοσχέδιες τενεκεδένιες και ασβεστωμένες γλάστρες. Κάθε φορά μπορεί να ήταν διαφορετικές αυλές, αλλά τα πρόσωπα ίδια, με πρωταγωνιστικό ρόλο να παίζουν οι γιαγιάδες με καλό αφηγηματικό λόγο, που γνώριζαν ιστορίες ανθρώπων και παλιά «αμαρτήματα» από γενιές πίσω, σαν διηγήσεις βιβλίων, τα δικά μας παραμύθια. Αυτές οι ηλικιωμένες γυναίκες είχαν και άλλους ρόλους. Μπορεί να μην ακολουθούσαν στα χωράφια τους γιους ή τις νύφες, όμως μαγείρευαν, κρατούσαν τα μωρά, τα παιδιά των παιδιών του όταν αναγκάζονταν να γίνουν μετανάστες στη Γερμανία και φυσικά είχαν επιφορτιστεί με το δασκάλεμά τους. «Ντρόμι σώμα ντρόμι μίντια/κοιμάται το σώμα κοιμάται και το μυαλό» φώναζε η ηλικιωμένη γειτόνισσα κάτω από το παράθυρό μου που είχε επιφορτιστεί με το ξύπνημα όλης της οικογένειας. 
 Είχα λοιπόν την τύχη ως μικρότερη (νίκα) στην οικογένεια, να ακούω συχνά τη φράση «σαν πολλές δεν ήμαστε βγες καμιά βόλτα» που με στελνε στα σοκάκια του χωριού ή ακόμα καλύτερα μακριά από τις δουλειές των χωραφιών. Και όταν με παίρνανε που και που  στην αγορά του Αγρινίου η μάνα μου δήλωνε με συγκατάβαση σε όποιον τη ρωτούσε για την οικογένειά της  «αχ να ζήσεις, δεν μου έδωσε ο Θεός παιδιά, ας είναι, έχω όμως τέσσερα κορίτσια!». Αν και απείχε φυσικά από τη ψύχωση της «Φραγκογιαννούς» είχε όμως την πεποίθηση ότι ήταν άτυχη γιατί απέτυχε να γίνει «αγορομάνα».  Προσωπικά ως παιδί δεν με ένοιαζε γιατί μου αρκούσε, που όταν γύριζε κατάκοπη από τα χωράφια με αναζητούσε για να με πάρει αγκαλιά, να με προλάβει δηλαδή πριν με πάρει ο ύπνος. Ήμουν στα αλήθεια τυχερή καθώς ήμουν και η μικρότερη και το κυριότερο, χωρίς αδελφό για να αποσπά ανισομερώς της αγάπη της. 
 Ανασύρω μνήμες ποτισμένες με την αγωνία της μάνας μου μεταξύ του μαζέματος καπνού, βαμβακιού στο Βάλτο, ελιάς και σπιτικών δουλειών, της φροντίδας του κατάκοιτου παππού μας, να παίρνει 2-3 ασπιρίνες την ημέρα. Έτσι προλάβαινε επιπλέον στην ταράτσα του σπιτιού μας να υφάνει στον αργαλειό λίγα εκατοστά από το φύλλο της 5η 6ης 12ης ούτε που κράτησα λογαριασμό, φλοκάτης και τη μάια να τη συνοδεύει γνέθοντας ή ξαίνοντας μαλλί.  Και όταν ερχόταν ο χειμώνας με λίγα κάρβουνα στο φαράσι για τα ξυλιασμένα πόδια, να προλάβει μήπως και έρθουν οι γαμπροί νωρίς και βρουν οι πεθερές τα κορίτσια της χωρίς προικιά, κλέβοντας έτσι ώρες ολόκληρες από την ξεκούραση. Για γράμματα ούτε που το φανταζόταν καθώς σήμαινε έξοδα και φασαρίες ενώ το σπίτι ήθελε χέρια και βοήθεια.  Άλλωστε τα κορίτσια που έφευγαν από το σπίτι τους από μικρές ξελογιάζονταν και «ντρόπιαζαν» τα σπίτια τους εάν δεν είχαν έναν αδελφό να τις προσέχει.
 Τη σκυτάλη στη συνέχεια την έπαιρνε η πρωτότοκη κόρη η οποία σαν μεγαλύτερη έπρεπε να βοηθά στο ζύμωμα του ψωμιού (10 καρβέλια και βάλε), στο πλύσιμο των ρούχων, στο καθάρισμα του σπιτιού και φυσικά στα καπνά δηλαδή  στο φύτεμα, στο μάζεμα και στο ξεβεντάκισμα, στα βαμβάκια, στις ελιές στο σκάλισμα και όπου αλλού πήγαιναν οι γονείς, πριν ακόμα τελειώσει το Δημοτικό. Μια μικρομάνα ήταν η μεγάλη μου αδελφή σιωπηλή, εργατική και στοργική που μόνο και μόνο για αυτό έχει ακόμα τον απεριόριστο θαυμασμό μου. Αισθάνομαι που και που ενοχές γιατί θεωρώ ότι τα παιδικά της χρόνια ήταν κλεμμένα και ας λένε ότι έτσι συνέβαινε σε όλα τα σπίτια των κοριτσιών. 
Η μόνη ψυχαγωγία για μας, που δεν περνούσαμε από τα καφενείο ούτε από μακριά, ήταν την Κυριακή που η μεγαλύτερη βόλτα ήταν μέχρι την εκκλησία του χωριού φορώντας τα καλά μας και ξανά πίσω στο σπίτι προσέχοντας να είμαστε σοβαρές. Γεγονότα σημαντικά ήταν και οι γάμοι που καθώς δεν μας δίνονταν πολλές ευκαιρίες για διασκέδαση πηγαίναμε ακάλεστες και παρακολουθούσαμε το γλέντι όρθιες, τουλάχιστον μέχρι να χορέψει η νύφη. Η νύφη από μόνη της ήταν μια απόμακρη, αινιγματική και σιωπηλή φιγούρα καθώς καθόταν, υπομονετικά σχεδόν στωικά στημένη και ντυμένη με το νυφικό ώρες ολόκληρες από το πρωί της Κυριακής του γάμου μέχρι την ώρα του μυστηρίου (τα στέφανα) για να μαζέψει από το χωριό τα χρήματα-κεράσματα του γάμου. Θυμάμαι νύφες πολλές μα από όλα μου έκανε εντύπωση το κλάμα τους την ώρα που τους λέγανε ότι ήρθε η στιγμή να φύγουν για την εκκλησία και να αφήσουν το πατρικό τους. Τις κόβανε από τις ρίζες τους μα γρήγορα ήταν εκπαιδευμένες να κάνουν άλλες αλλού. Εκ των υστέρων κατανοώ αυτό το κλάμα και ιδιοτελώς σκεπτόμενη χαίρομαι που το πατρικό μου σπίτι, χώρος γεννήσεων και θανάτων τουλάχιστον 5 γενεών,   έμεινε τελικά σε μένα γιατί δεν υπάρχει αδελφός να το δικαιούται.
     Στο περιβάλλον που μεγάλωσα ανακάλυψα σχετικά γρήγορα τον κώδικα που ανέτρεφε το φύλο μου και από τον οποίο δύσκολα κανείς ξέφευγε. Πρώτα από όλα υπήρχε ο λόγος του άντρα του ή  μεγάλων αδελφών οι οποίοι εάν θέλανε  μπορούσαν να σπουδάσουν ή να οδηγήσουν αγροτικό ή τρακτέρ και άρα να είναι και χρήσιμοι. Το δεύτερο ήταν ότι ο καλός ο γάμος βασιζόταν στον χαρακτήρα και στη συμπεριφορά των κοριτσιών, η οποία διαφυλασσόταν αυστηρά και αμείλικτα πρώτα από όλα από τις ίδιες τις μανάδες τους.  Επίσης ήταν γεγονός ότι από τη στιγμή που ο γονιός θεωρούσε ότι το παιδί του, ακόμα και τα αγόρι, μπορούσε να βοηθήσει όσο μικρό και αν ήταν τον έπαιρνε μαζί στη δουλειά στα χωράφια, στα ζώα, στα δέντρα παντού. Με απογοήτευση θυμάμαι ακόμα αλλά και με απορία όταν η γιαγιά μιας συμμαθήτριας μου έκλεισε κατάμουτρα την πόρτα όταν τέλειωσα την έκτη Δημοτικού και πήγα για το συνηθισμένο πέρασμα από τα σπίτια των φιλενάδων μου  λέγοντας  « το κορίτσι μας το έχουμε για παντρειά και όχι για τα σοκάκια!». Στο θέμα του γάμου και οι δυο γονείς μας εύχονταν να πέσουμε σε «καλά χέρια» γιατί φυσικά δεν θα μπορούσαμε να γυρίσουμε σε καμιά περίπτωση πίσω, κάτι που και εμείς θεωρούσαμε αυτονόητο πως δεν θα γίνει ποτέ!
 Ένα άλλο κεφάλαιο της γυναικείας παρουσίας ήταν οι γυναίκες των παλαιότερων γενιών από τη δική μου, που ήταν στην πλειοψηφία τους μαντιλοφορούσες, κομμάτι σήμερα που  συνδυάζεται με πένθος ή με αναχρονιστικότητα, σήμα κατατεθέν όμως τότε της καραγκούνας" γυναίκας στο Ξηρόμερο. Όμως για τις περισσότερες μαντιλοφορούσες (που είναι λίγες πια) το μαντήλι και από κάτω η μακριά πλεξίδα, που έκαναν ώρα να την πλέξουν, ήταν ένα σύμβολο του εαυτού τους. Αυτό το συνειδητοποίησα όταν προσπάθησα στην ανωνυμία και την ανεξαρτησία της Αθήνας να πείσω τη μάνα μου  να βγάλει τη μαντήλα αλλά  γύρισε και μου είπε απλά πως δεν έπρεπε να ντρέπομαι  για κείνη. Και τότε για πρώτη φορά είδα τον εαυτό της από τη δική της ματιά  και κατάλαβα ότι αυτό με το οποίο μεγάλωσε ήταν ο κόσμος της,  μιας άλλης εποχής βέβαια που αργοπεθαίνει, άλλα ήταν κομμάτι του εαυτού της που κάποτε της επιβλήθηκε, αλλά για κείνη πια ήταν η ταυτότητά της που έμαθε με το καιρό να αγαπά.
  Βίωσα όμως έντονα και μια άλλη πτυχή της γυναικείας προσωπικότητας  αυτή που είχε σχέση με τους θανάτους και είτε μου φέρνει την εικόνα της ηλικιωμένης γυναίκας με τη διπλή μαντήλα  είτε της νεότερης που κρατούσε το πένθος για χρόνια σαν μια μορφή ακούσιας αλλά και εκούσιας πολλές φορές καταδίκης. Οι γυναίκες  θρηνούσαν πάντα πολλές μαζί πάνω από το νεκρό έχοντας  την «κορυφαία του χορού», που ήξερε να μοιρολογά γιατί είχε βιώσει κατάσαρκα τον πόνο με ένα αργόσυρτο πολυφωνικό και πολύ ιδιότυπο στα αυτιά μου μοιρολόγι χαρακτηριστικό του χωριού. Όσο σεμνή ήταν στη χαρές η ριμένα τόσο εκφραστική και ελεύθερη ήταν στο πένθος και στο μοιρολόγι. Εκεί που η γυναικεία φύση έστω και σε ακραία κατάσταση βρήκε διέξοδο, μια διέξοδο να εκφράσει τη λύπη της το θυμό την ατυχία αλλά και τον πόνο της. Εκεί η ριμένα του χωριού μπορούσε να είναι ο εαυτός της και να μην παρεξηγηθεί από κανέναν. Μπορούσε να ζητήσει το λόγο από το νεκρό για τα παθήματά της, να εκφράσει τον πόνο να πει δημόσια τρυφερές κουβέντες στο άντρα, στον πατέρα, στο γιο που δεν τόλμησε ίσως να εκφράσει ποτέ.  Και όταν ερχόταν εκείνη η ώρα που και η μάνα έφευγε ερχόταν πάλι πίσω σε κάθε πίκρα και πόνο στα χείλη των παιδιών της σαν ψίθυρος και  αναστεναγμός "Λέλε ντάντω, λέλε".
Και κει στη γωνιά των αναμνήσεων στέκουν οι  οικογένειες με άντρες προβληματικούς, κοινό μυστικό στη μικρή κοινωνία που όμως έδωσαν παιδιά ώριμα, που συνέχισαν τη ζωή τους ομαλά. Αυτό συνέβαινε γιατί τις πιο πολλές φορές οι μάνες στα σπίτια αυτά, δεν στραγγίζονταν από τον προσωπικό τους μαρτύριο, αλλά σαν βουβοί κυματοθραύστες προστάτευαν στα όρια του δυνατού τα βλαστάρια τους, αποτελώντας στα μάτια μου ένα μάθημα για τη σύγχρονη «αγχωτική» και αδιέξοδη οικογένεια. 
 Γράφοντας όλα τα παραπάνω δεν μπορώ να μην αναφερθώ συνειρμικά  στην περιγραφή του περιηγητή W. Leake για τις γυναίκες που αντίκρισε  το Μάρτιο του 1809  κοντά στη θέση "Παλαιά Μάνη" μέσα στην πομπή από οικογένειες "Καραγκούνηδων". "Τα νήπια ήταν σε κούνιες κρεμασμένες στις πλάτες τους, με τα σώματα κυρτά από το βάρος, αλλά το βήμα τους ήταν ταχύ. Έσερναν από ένα άλογο, ή τα σχοινιά από δύο τρία και ταυτόχρονα ήταν απασχολημένες με το γνέσιμο του μαλλιού!" 

   Αυτός λοιπόν  η Ριμένα, που φώναζε τον πεθερό αφέντη, που καθόταν όρθια στο τραπέζι για να εξυπηρετεί τον άντρα, που δεν περνούσε από τα καφενεία, που κουβαλούσε μια κρυμμένη θηλυκότητα, που είχε τόσα προβλήματα και  που παραλίγο να μη με αφήσει να σπουδάσω θεωρώ ότι μου έδωσε ανάμεσα σε όλα αυτά τα «αναχρονιστικά» και κάτι πολύτιμο. Αυτό το «κληροδότημα» ίσως δεν είναι μοναδικό, ήδη  το αναγνώρισα και στην «Ελένη» του Γκατζογιάννη και είναι κάτι μεταξύ αξιοπρέπειας, αντοχής, υπομονής και  οικογενειακής αλληλεγγύης. Είναι η πίστη ότι σε κάθε δυσκολία «έχει ο Θεός», καθώς και το χαμόγελο κάθε φορά που αντικρίζουμε τα μάτια των παιδιών μας, ό,τι καιρό και να 'χει η ψυχή μας. Τελικά νομίζω ότι θα αισθανθώ μεγάλη ικανοποίηση εάν καταφέρω και γω να ξεχωρίσω αλλά και να μεταφέρω αυτό το κομμάτι του κώδικα  και στη δική μου κόρη...

ΚΚ

   

Δεν υπάρχουν σχόλια: