Δευτέρα, 11 Φεβρουαρίου 2008

8.2.Παραμύθια -Τραγούδια -Παροιμίες

ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ/ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ/ΘΡΥΛΟΙ/ΠΑΡΟΙΜΙΕΣ
TSI ERA SH' TSI NOU ERA ......
(τι ητανε και τι δεν ητανε....)


Ο μύθος της χελιδόνας
TSI ERA SH' TSI NOU ERA ......Ήταν μια νύφη που τη λέγαν Χελιδόνα(ουέντιρε) και είχε πολύ κακιά πεθερά . Μια μέρα την έστειλε η πεθερά στο ποτάμι να πλύνει ένα σακί με μαύρο μαλλί λέγοντας την να μη γυρίσει στο σπίτι, εάν δεν κάνει το μαύρο μαλλί άσπρο από το πλύσιμο. Η Χελιδόνα πήγε στο ποτάμι και προσπάθησε να κάνει το μαλλί άσπρο χωρίς επιτυχία. Αποκαμωμένη κοίταξε προς τα πάνω και είδε να πετούν πουλιά. Κλαίγοντας παρακάλεσε το θεό να την κάνει πουλί να ξεφύγει από την πεθερά και να πηγαίνει στα σπίτια και στις αυλές του κόσμου και να εξιστορεί τα παθήματα της. Φε μι ουντιρουσε τα σα αγκου ουσε ντι ουσε (Κανε με χελιδονάκι να πετώ από πόρτα σε πόρτα) Ο Θεός τη λυπήθηκε και την έκανε το γνωστό πουλί, δίνοντας της τα χρώματα μαύρο και άσπρο για να θυμάται ο κόσμος τη δοκιμασία της. Οι νοικοκυρές την άνοιξη που βλέπαν τα χελιδόνια στην αυλή χαρούμενα τα χαιρετούσαν λέγοντας για τη χρονιά που ερχόταν: Μένιλι αμέλι κα πέ(ν)ιλι ατελι (Κάνε τα χέρια μου να δουλεύουν σαν τα φτερά σου).
 

Το δέρας (κέλυα) της κατσίκας (κάπρας)
TSI ERA SH' TSI NOU ERA ......Ήταν μια γριά μόνη και ανήμπορη και ζούσε σε ένα καλύβι στο δάσος. Μια μέρα με αναστεναγμούς παραμιλούσε και έλεγε "As eiviam oune parei shi si era oune kapre" αχ ας είχα μια παρέα και ας ήταν και κατσίκα". Μια νεράιδα του δάσους πέρασε από το παραθύρι της και άκουσε την ευχή της γριούλας. Φόρεσε ένα κατσικίσιο δέρας και εμφανίστηκε μπροστά της. Η γριά χάρηκε πολύ και η νεράιδα έμενε κοντά της και τη βοηθούσε και στις δουλειές του σπιτιού, σχεδόν σαν αληθινή κόρη. Μια μέρα μάζεψε σε ένα σάκο τα ρούχα της γριας και τα κουβάλησε στο ποτάμι να της τα πλύνει. Πέρασε ένας βοσκός από κεί και κρυμμένος παρακολουθούσε έκπληκτος την κατσίκα να πλένει τα ρούχα. Στο τέλος η νεράιδα κοίταξε τριγύρω και όταν δεν είδε κανέναν βγάζει την αμφίεση εντελώς και γυμνή κάνει μπάνιο στο ποτάμι. Ο νέος τα χασε και την κοίταζε εκστασιασμένος. Όταν η νεράιδα τελείωσε το μπάνιο της βάζει το δέρας και γυρνά στο καλύβι της γριας. Μια και δυο ο βοσκός πάει και τα λέει της μάνας του. Εκείνη τον συμβούλεψε πως αν θέλει να τον ακολουθήσει η νεράιδα και να τον παντρευτεί πρέπει να της κλέψει το δέρας. Έτσι και έγινε. Μετά πό λίγιο καιρό ο βοσκός εκεί που παραφύλαγε την είδε και την κατάλληλη στιγμή της αρπάζει το δέρας. Εκείνη αναγκάζεται να πάει μαζί του. Μετά από λίγο καιρό όμως βρήκε που είχε κρύψει το δέρας και έφυγε για πάντα χωρίς κανείς να την ξαναδεί. ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ-ΠΟΙΗΜΑΤΑ






Ο Γκούσταβ Βάιγκαντ (Gustav Weigand) στο βιβλίο του Die Aromunen (Οι Αρωμούνοι) το 1894 περιγράφει το ταξίδι στην Παλαιομάνινα στο κεφάλαιο «Ochtu, Katsaros, Kutsobina und Rückkehr» (Όχθια, Κατσαρός, Κουτσομπίνα και επιστροφή) και αναφέρει και τους στίχους τραγουδιών όπως τα άκουσε από τους Ριμένους της Ακαρνανίας:

ΠΕΡΙΦΡΟΝΗΜΕΝΗ ΑΓΑΠΗΝ΄αλοβνταρε νε μουσατε νάπαρτι
ντι αμαρε λάι κουμ σφακ τα σου βεντ
νου αμ καραβι τα σου τρεκ σκιράι
νι κάρτι ου πιτρικούη ουά τσελι μουσάτελι
ία νου βρου σιν πιτριακε τα΄ατσά
νι αριμασι πλιάγκου
Μου παινέσανε μια όμορφη πέρα
από τη μαύρη θάλασσα τι να κάνω να τη δω
δεν εχω πλοίο να πάω έγραψα ένα γράμμα
και το στειλα στην όμορφη
δεν μουστειλε απάντηση και αυτό
μου έμεινε πληγή Γιώργης Γιάνγκας, Σουροβίλι (Στράτος)

ΠΑΡΑΚΛΗΣΗ ΣΤΗΝ ΟΜΟΡΦΗ ΓΕΙΤΟΝΙΣΣΑ
Μόι βετσίνα κου οκλι λάη
μοι βετσίνα αμιάου!
τσι τισκολι ταχινα ντιμιάτσα,
μόι μουσιάτα αμιάου,
τσι τι σκολ, τι λαι του φάτσε,
Μόι βετσινα α μιάου!
ντι νια σπαρ περούνλι α νια τσι σντουκ
του περιβόλι ντι νια σπαργκ βασιλικόου,
μινι βόι μόι βετσίνα α μιάου τι σλου παρτς
πι λα τζουνιάμε σπε λα μουσάτι,
μόι βετσινα α μιάου
Γειτόνισσά μου με τα μαύρα μάτια
Ω γειτόνισσά μου! που ξυπνάς πρωϊ πρωϊ
Ω ωραία μου, που σηκώνεσαι και πλένεσαι στο πρόσωπο
Ω, γειτόνισσά μου! Μου τρομάζεις τα περιστέρια μου που πετούν
στο περιβόλι και μου χαλούν τον βασιλικό,
επιθυμώ, ω γειτονισσά μου,
να το μοιράσεις στους νέους και στους όμορφους
Ω γειτονισσά μου
Γιώργης Γιάνγκας, Σουροβίλι (Στράτος)
Παράπονο της γυναίκας κατά τον αποχωρισμό
Ούνε φιάτε ντι του φέτι τσι στα μιντουίτε
τρέτσι μέσα σι ντριάμπε χιλιε τσι έστ’ νιρίτε;
μίντια ντι καπ, νταντο νου τσια τούτε
ουν μπιρμπάτ τσι αμ μινι ελ κάφτε τα σφούγκε
καντ βα σφούτζ λαι κόρμπε στρετς πράγκουλ ντι ούσε

Σμι φατς χαϊμαλί, τα σμι πόρτς ντι γκούσιε.
νου τσι ρεου ντι μίνε, ντι νταόυλι νεπότι;
κεντ βα ες΄λα τζιανε ζγκιλέσκου κου μπότσι.
Ένα κορίτσι απ΄ τα κορίτσια που κάθεται σκεφτικό
έρχεται η μάνα της και την ρωτά, Κόρη, γιατί είσαι θυμωμένη;
εχεις τα λογικά σου μάνα καλά; έναν άνδρα που έχω γω
θέλει να φύγει όταν φύγεις , φτωχέ και θα περάσεις μπροστά από την πόρτα,
να με κάνεις φυλακτό σου, και να το κρεμάσεις στο λαιμό σου.
δε με λυπάσαι, με τις δύο ανιψιές;
όταν βγώ στο λόφο θα φωνάξω με μεγάλη φωνή



Νίκος Πάγκιος, Όχθια
Το παράπονο του περιφρονημένου



Ντι κου νικ τι μουτριάμ πεν σκρεστι ο μόι φιάτε
τα σιν τι λιάου. τώρα νου νι αρέου, κε τι μουρτάς,
νι αρ’εου κι νου μι ακλιμάς, τα σιν γιν τα σιμπαγκ κιρούνα,
κιρούνα τσι σμπαγκ μινι, τούτε μάλαμο σι ασίμι
Από μικρός σε κοίταζα, μέχρι να μεγαλώσεις,
ω κοπελιά, για να σε πάρω (παντρευτώ) τώρα δεν με πονάει,
που παντρεύτηκες, με πονάει γιατί δεμ με κάλεσες,
για να σε στεφανώσω, το στεφάνι που θα σου βάλω εγώ,
από μαλάμι και ασήμι.
Γρηγόριος Κέκος, Κουτσομπίνα (Παλαιομάνινα)

Παροιμίες

Πόρτε γίνου μπια άπε (κουβαλά κρασί αλλά πίνει νερό)-
για αυτόν που δουλεύει χωρίς αποτέλεσμα
Μίου κίου μίου κίου ζμπουρέστι μόρτου κου γίου
(Μίου κίου μίου κίου άνοιξε ο πεθαμένος κουβέντα με τον ζωντανό)-
για αυτόν που τεμπελιάζει
Άρι μούσκα πι νάρι(έχει τη μύγα πάνω στη μύτη)- ο μυγιάγγιχτος, ο νευρικός
Ντρόμι σώμα, ντρόμι μίντια
Όταν κοιμάται το σώμα κοιμάται και το μυαλό
Μπάκου σάρικα(βάλτου τη σάρικα, σκεπασέ το) - μην ασχολείσαιΠόρκου ατσέου σκλιόπου μέκε ντάρντου ατσέου μιτούρου(το γουρούνι που κουτσαίνει τρώει το ώριμο αχλάδι)- κερδίζει αυτός που δεν βιάζεταιΝου κουμ στιαϊ μα κουμ αφλας( Όχι όπως ήξερες αλλά όπως τα βρήκες )-παροιμία για τις νύφες
σα σπιρε ζουρου ντι μπιτατου
Φοβήθηκε ο τρελός τον μεθυσμένο

νορι φούρου ιου σλιαγκε κάου(δεν έχει ο κλέφτης που να δέσει το άλογο γιατί φοβάται τους κλέφτες)φρατιλι σι σμεκε κάρα όσο ους του τσενε(ο αδελφός θα σου φάει το κρέας αλλά το κόκκαλο θα στο κρατήσει)- τα αδέλφια δεν αποξενώνονται ποτέ

μουλιερια τσι άρι σιαμέα ορι μιντια σουμ σιαμέα(η γυναίκα που φορά μαντίλι κρατά το μυαλό στη θέση του)- η ταπεινη γυναίκα είναι μυαλωμένμη γυναίκα
ατσα τσι νου βρα σφριμιτε τουτε τζούε τσιαρε(αυτή που δε θέλει να ζυμώσει όλη μέρα κοσκινίζει)
Κα πουλιου αρισπιντιτου
(σαν κλωσσοπουλο χαμένο) για αυτόν που δεν έχει στήριγμα





ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΕΠΙΣΗΣ ΑΡΜΑΝΩΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ ΜΠΟΡΕΙ Ο ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ ΝΑ ΒΡΕΙ ΣΤΙΣ ΔΙΕΥΘΥΝΣΕΙΣ
http://www.vlahoi.net/.http://www.vlach.gr/




Ο θρύλος για το βασιλιά Ανήλιαγο Πρόκειται για θρύλο που βρήκαν να υπάρχει στην περιοχή και με τη σειρά τους υιοθέτησαν και οι Παλαιομανιώτες νομάδες. Ο θρύλος αυτός αναφέρεται σε έναν βασιλιά που βασίλευε στην περιοχή αλλά δεν μπορούσε να βγει στο φως της μέρας γιατί θα τον σκότωναν οι αχτίνες του ήλιου. Κάποτε όμως αγάπησε την Κυρά-Ειρήνη την οποία και αποζητούσε να συναντά μόνο τις νύχτες. Εκείνη μην μπορώντας να ερμηνεύσει αυτή του τη συνήθεια θανατώνει τα κοκόρια στο πύργο της και ο Ανήλιαγος ξυπνά στο φως της μέρας και πεθαίνει. Οι Παλαιομανιώτες θεωρούν ότι Ανήλιαγος κυβερνούσε στη περιοχή της Μίλας στην Παλαιομάνινα όπου έχουν βρεθεί οι θολωτοί μυκηναϊκοί τάφοι. Άλλοι θεωρούν ότι ο Ανήλιαγος επειδή ήταν γιος του Τρίκαρδου είχε το κάστρο του στό κάστρο των Οινιαδών. Το θρύλο αυτό διασώζει πρώτος ο Μεσολογγίτης ποιητής Γ. Δροσίνης (1859-1951) στο έργο του Ειδύλλια (1884) που δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά και στο περιοδικό "ΕΣΤΙΑ" (τόμος ΙΣΤ΄, σελίδα 697) το 1883.





Ο Βασιλιάς Ανήλιαγος
Στού βασιλιά του Τρίκαρδου το μοναχό παιδί

οι μοίρες πού το μοίρωσαν κατάρα είχαν κάνει
πώς άμα ο ήλιος το ιδεί ευθύς θε να πεθάνει.
Κι ο βασιλιάς πατέρας του μ’ ελπίδα να σωθεί
από του ήλιου το κακό και φλογισμένο μάτι
τούχτισ’ επίτηδες βαθύ μέσα στη γή παλάτι.
Χρόνια περάσαν πέθανε ο γέροντας γονιός…
Και με την ώρα την καλή θα βασιλέψει τώρα
Aνήλιαγος ο μορφονιός στού Τρίκαρδου τη χώρα.
Και ο βασιλιάς Ανήλιαγος τις μέρες του περνά
μές΄στα βαθιά παλάτια του και μοναχά το βράδι
βουνά και κάμπους τριγυρνά στής νύχτας το σκοτάδι.
Κι η Κυρα-Ρήνη η όμορφη τον είδε
μια βραδιά στο Κάστρο εμπρός να κυνηγά
μ’ ολόφωτο φεγγάρι κι ένοιωσε αγάπη
στην καρδιά για τ’ άξιο παλληκάρι.
Ο βασιλιάς Ανήλιαγος –σαν κάθε βασιλιάς- τώρα κι αυτός ολονυχτίς στη χώρα δε γυρίζει.
Σ’ αγαπημένη αγκαλιά γυρμένος ξενυχτίζει.
Μά στη χαρά του δεν ξεχνά της μοίρας το γραφτό,
και πρίν να φέξει στο βουνό και πρίν να φέξει
τ’ άστρο αφήνει ταίρι ζηλευτό και φεύγει από το Κάστρο.
Του κάκου τον ρωτά η Κυρά : πώς έτσι πρωϊνά την παρατάει μοναχή:
Εκείνος δεν της κρίνει και μαύρη ζήλεια τυραννά τη δόλια Κυρά-Ρήνη.
Τόσο, πού τι σοφίζεται η πονηρή Κυρά;
Όλους με μιάς τους πετεινούς του κάστρου της σκοτώνει
για να μη νοιώσει μια φορά ο νιός πώς ξημερώνει.
Ο βασιλιάς Ανήλιαγος γελιέται την αυγή…
Και πρίν να ‘ρθεί στον Τρίκαρδο, κοντά στην Παλιομάνη, κατάρα!
Ο ήλιος είχε βγεί κι ο νιός είχε πεθάνει!
Γ.Δροσίνης



Νανουρισμα
Ναρ ναρ ναρ ντι ασήμι
σιφακε νταντα ουνε κιλιμι
σου πιτριακε το ντιρβενι
στριακε φετι στριακε βεστι
στριακε γιαννου κου οϊλι στερπι
Α μουτρια καϊ τι αρισιαστε
τα σνι τζεμ σου κιφτεμ βιαστε.
(Ναρ ναρ από ασήμι
να σου κανει η μανα σου κιλίμι
να το στειλει στη νεροτριβή
να περάσουν κορίτσια να περάσουνε νυφάδες
να περάσει και ο Γιάννης με τα πρόβατα τα στείρα
-Πες μου (Γιάννη) ποια σου αρέσει να τη ζητήσουμε για νύφη.



Παιδικό τραγούδι(το τραγουδούσανε σε μικρά παιδιά που κλαίγανε για να σταματήσουν το κλάμα)
Τσιαϊ κικότ τσι πλεντσ; Τι έχεις κοκοράκι και κλαις;
Μι μπιτουρε φετιλι Με μαλώσανε τα κορίτσια
Φετιλι ιου σεντ; Που είναι τα κορίτσια;
Νεσιρε τι λεμι Πήγανε για ξύλα
Λεμιλι ιου σεντ; Που είναι τα ξύλα;
Λαρσι φοκου Τα ΄καψε η φωτιά
Φοκου ιου έστι; Που είναι η φωτιά;
Ο στιμσι ποϊα Την έσβησε η βροχή
Πόϊα ιού έστι; Που είναι η βροχή;
Ο μαρτζινα α όκου. Στην άκρη του κόσμου
Σι κιπσι κικοτου και έπαψε το κοκοράκι











Τραγούδια


Νταντα αμια σι τατε ανιεου νου ντεντιρε ουν σοτσ ντι
ανιεου μα ντεντιρε ουν τιβικιεου ουάλιου καρα σμπουκε αγκρισε

1 σχόλιο:

Ανώνυμος είπε...

ΜΠΡΑΒΟ ΣΕ ΟΠΟΙΟΝ ΠΗΡΕ ΤΗΝ ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ ΚΑΙ ΕΙΧΕ ΤΗΝ ΥΠΟΜΟΝΗ ΝΑ ΨΤΙΑΞΕΙ ΕΝΑ ΤΟΣΟ ΟΛΟΚΛΗΡΩΜΕΝΟ ΑΦΙΕΡΩΜΑ!... ΕΜΑΘΑ ΚΑΙ ΕΓΩ ΠΡΑΓΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΤΟΠΟ ΜΟΥ ΚΑΙ ΤΗΝ ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΜΟΥ ΠΟΥ ΔΕΝ ΗΞΕΡΑ...ΟΠΩΣ ΚΑΙ ΟΙ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟΙ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΚΑΤΟΙΚΟΥΣ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ.
ΕΛΕΝΗ