Δευτέρα, 11 Φεβρουαρίου 2008

5. Η γλώσσα των Αρμάνων


«Μήγαρις έχω άλλο στο νου μου πάρεξ ελευθερία και γλώσσα»
«Υποτάξου πρώτα στη γλώσσα του λαού και αν είσαι αρκετός (ικανός) κυρίεψέ την».
Δ. Σολωμός
"Μας μένει -νομίζω- λίγος ακόμα καιρός να καταγράψουμε αυτές τις γλωσσικές μορφές προς όφελος της επιστήμης και του πολιτισμού γενικότερα, αφού η ομορφιά βρίσκεται στην ετερότητα και όχι στην ομοιογένεια"
Κώστας Δ. Ντίνας (Αν Καθ. Γλωσσολογίας)
Οι λατινόφωνοι Έλληνες έχουν γίνει στο παρελθόν μέσο για τη διάδοση μιας ανθελληνικής προπαγάνδας εξαιτίας της χρήσης μιας λατινογενούς (ρωμανικής) γλώσσας. Όπως όμως συμβαίνει σήμερα και σε πολλές χώρες (ακόμα και γειτονικές) όπου ομιλείται μεν η αγγλική γλώσσα αλλά δεν σημαίνει ότι οι ομιλούντες έχουν και εθνική η θρησκευτική συνάφεια έτσι και οι Αρμάνοι των Βαλκανίων μεταφέρουν αιώνες μια γλώσσα που ευνοήθηκε από τον τρόπο διαβίωσης τους (νομαδική ποιμενική ζωή) αλλά εξελίχθηκε ανεξάρτητα από τις ομάδες που την μιλούσαν πάντα με ελληνοτακτισμό (ελληνικά έθιμα, πάρα πολλές λέξεις με ελληνική ρίζα, εντοπισμός μέσα ή πολύ κοντά στην ελληνική επικράτεια). Η ετερογένεια στη βάση των Αρμάνων των βαλκανίων έχει παραγνωρισθεί και έχει οδηγήσει στο εξωτερικό σε μια τάση για μια ανιστόρητη ομογενοποίση τους από τη μια (εθνών, διαλέκτων, συνειδήσεων) και από την άλλη, στο εσωτερικό, σε μια μουσειακή φορμoλισμένη συντήρηση του πολιτισμού των Αρμάνων. Απαιτείται όμως μελέτη και ενημέρωση κυρίως από την επίσημη Ελληνική Πολιτεία η οποία από άγνοια ή φόβο μας αγνοεί (με εξαίρεση τον πρόεδρο κ. Κ. Στεφανόπουλο). Ιδιαίτερα με την αναφορά στη γλώσσα των λατινόφωνων Ελλήνων γνωστής και ως βλάχικης στα Βαλκάνια, πρέπει να σταθεί κάποιος σε τέσσερα βασικά σημεία:

α) καταρχήν η γλώσσα είναι κυρίως προφορική
Τα λίγα γραπτά κείμενα που υπάρχουν προέρχονται κυρίως από λόγιους του 18ου αιώνα και μετά. Αυτό ενισχύει την υπόθεση ότι ήταν μια γλώσσα που χρησιμοποιήθηκε στην καθημερινή ζωή ως διεκπεραιωτική (για τις συναλλαγές, για τη νομιμότητα στις μετακινήσεις κα). Στο σημείο αυτό πρέπει να λάβουμε υπόψιν και τα ωφέλη των ντόπιων πληθυσμών που ήρθαν σε γεωγραφική επαφή με τις λεγεώνες των Ρωμαίων σε περίπτωση διορισμού τους σε θέση Ρωμαίου υπαλλήλου (πχ απόκτηση καλλιεργήσιμης γης και δικαίωμα ρωμαίου πολίτη, βλ διάταγμα Καρακάλα). Με τον ίδιο τρόπο μιλούν και πολλοί λαοί τη γλώσσα των κατακτητών ή αποικιοκρατών ακόμα και όταν η κατοχή είναι για μικρότερο διάστημα (πχ οι Μαροκινοί μιλούν στον επιχειρηματικό χώρο Γαλλικά κα). Οι αρωμανικοί πληθυσμοί ως εκ τούτου όταν θέλανε να χρησιμοποιήσουνε γραπτό λόγο θα πρέπει να χρησιμοποιούσαν την ελληνική ή την κλασσική λατινική γραφή. Η ρωμαϊκή αυτοκρατορία με τη λατινική ως επίσημη γλώσσα επικράτησε στην ελληνική επικράτεια πάνω από 600 χρόνια δηλαδή μέχρι την περίοδο 610-641 όπου ο Ηράκλειος κατήργησε τη διγλωσσία προς όφελος της ελληνικής γλώσσας. Τότε όμως οι Αρμάνοι εκλατινισμένοι πια, δεν επηρεάστηκαν αυτής της αλλαγής καθώς οι επιδρομές των Σλάβων τους είχαν απομονώσει στα βουνά κρατώντας τη διγλωσσία τους.

β) η κατάχρηση σήμερα στη χρήση της ονομασίας Βλάχος και Βλάχικη γλώσσα
Η γλώσσα των Αρμάνων, αποτελεί αποτελείται από τοπικές διαλέκτους που αντανακλά μια πολιτιστική διαφοροποίηση και δεν μπορεί να αντικαθίσταται με την γενική ονομασία " Βλάχικη γλώσσα". Συγκεκριμένα η γλώσσα των Αρμάνων θεωρείται μία από τις τέσσερις νεολατινικές γλώσσες της βαλκανικής χερσονήσου που χρησιμοποιείται από πληθυσμούς που διαμένουν κυρίως στην Ελλάδα ή είναι Έλληνες μετανάστες ενώ οι υπόλοιπες είναι η Δακορουμανική γλώσσα που ομιλείται κυρίως στη Ρουμανία, η Ιστρορουμανική που χρησιμοποιείται ελάχιστα πια και η Μογλενίτικη που χρησιμοποιείται από τα λίγα χωριά των μογλενιτών βλάχων. Επομένως η "Βλάχικη γλώσσα" είναι ένας πολύ γενικός όρος που περιλαμβάνει τέσσερις νεολατινικές γλώσσες, με τέτοιες διαφορές μεταξύ τους που δεν επιτρέπουν τη συννενόηση μεταξύ των ανθρώπων που τις μιλούν (αναγνωρίζονται πολλές κοινές λέξεις αλλά αυτό συμβαίνει και όταν κάποιος μελετά τα λατινικά στο σχολείο). Τη γενικότητα και την αοριστία της λέξης Βλάχος αναγνωρίζουν οι ίδιοι οι Αρμάνοι (Αρμάνοι) και κανείς τους δεν χρησιμοποιεί την ονομασία αυτή για να προσδιορίσει τον εαυτό του (με εξαίρεση τους Μετσοβίτες και τους Βλαχομογλενιτες αλλά και αυτοί την υιοθέτησαν μεταγενέστερα). Έτσι για παράδειγμα οι λατινόφωνοι κάτοικοι της Aκαρνανίας χρησιμοποιούν για τον εαυτό τους τη λέξη "Ριμένοι" και για τη γλώσσα τους τη λέξη"Ριμινέστι" ενώ η πλειοψηφία των άλλων Βλάχων αυτοπροσδιορίζονται ως "Αρωμούν" λέξη που παράγεται από το Romanus που σημαίνει Ρωμαίος Πολίτης: Αρμάνου (Armanu=α+romanus) (Α Κουκούδης, 1999, Α. Λαζάρου, 1994). Να σημειωθεί ότι αυτό το α μπαίνει μπροστά από πολλές αρωμανικές λέξεις που αρχίζουν από ρ πχ ρούο-αρούο = = ποταμός. Από τη ρίζα αυτή προέρχονται και οι λέξεις ρωμιός, Ρωμανία και Ρούμελη. Σε δημοτικό τραγούδι που αποτελεί τον παλαιότερο θρήνο για την κατάληψη της Πόλης όπως βρέθηκε σὲ χειρόγραφό του 15ου αἰῶνα με τον τίτλο: «Ἀνακάλημα τῆς Κωνσταντινούπολης» αναφέρεται "Η Ρωμανία πέρασε, η Ρωμανία 'πάρθεν". Αξιοσημείωτη είναι και το χωρίο που επισημαίνεται από τον βαλακανολόγο Α. Λαζάρου στο Χρονικόν του Γαλαξειδίου "ούλη η Ελλάδα, που την έλεγαν Ρουμανία"! Επιπλέον και όλες οι νεολατινικές γλώσσες ονομάζονται ρωμανικές. Παραταύτα φαίνεται για λόγους απλούστευσης ο όρος "Βλάχοι" χρησιμοποιείται ευρέως στη βιβλιογραφία, για το σύνολο των λατινόφωνων νομαδοκτηνοτρόφων συμπεριλαμβάνοντας όμως και ετερογενείς ομάδες (πχ ομάδες που εκλατινίστηκαν σε περιοχές στη Ρουμανία ή ομάδες που εξελίχθηκαν σε μεγάλο ποσοστό σε εμποροβιοτέχνες και όχι σε κτηνοτρόφους). Σύμφωνα με την επικρατέστερη άποψη το Βλάχοι, προέρχεται από το σλάβικο Vlahiκι αυτό από το παλαιογερμανικό Walchen. Με τον τελευταίο όρο προσδιόριζε, κατά τον πρώιμο Μεσαίωνα, τα γερμανικά φύλα τους Ρωμαίους των Άλπεων (Βαλλόνοι). Παράλληλα γενικεύτηκε η χρήση του όρου κι επικράτησε να ονομάζουν έτσι τους κατοίκους της Ιταλίας και εν γένει τους λατινόφωνους Ρωμαίους πολίτες. Ο γερμανικός αυτός όρος υιοθετήθηκε από τους Σλάβους των Άλπεων και στη σλαβική του εκφορά "Vlahi" μεταφέρθηκε στο Ιλλυρικό της μεσοβυζαντινής περιόδου. Από τους Σλάβους εποίκους λοιπόν διαδόθηκε ο όρος για να εμφανιστεί στη γραπτή του μορφή "Βλάχοι" τον 10ο αιώνα στη βυζαντινή γραμματεία. Ακόμα και οι κάτοικοι Γενουάτες στην Κωνσταντινούπολη αποκαλούνται Βλάχοι. Αξίζει να αναφερθεί στο σημείο αυτό, δεδομένου του ισχυρού νομαδοκτηνοτροφικού τρόπου ζωής των Βλάχων, η εκδοχή ότι η λέξη Βλάχος μπορεί να είναι και εξέλιξη της λέξης Βληχή (δωρικά βλαχά). Η Άννα Κομνηνή στο έργο της “Αλεξιάς” μας επιβεβαιώνει ότι “οπόσοι τον νομάδα βίον είλοντο, βλάχους τούτους καλεί η κοινή διάλεκτος”. Ιδίως για τους ¨Ριμένους¨της Ακαρνανίας ως "βλάχοι" ορίζονται στην γλωσσική τους παράδοση όπως μας την έχουν μεταφέρει οι γεροντότεροι, όλοι οι ελληνόφωνοι νομάδες κτηνοτρόφοι και όχι οι εαυτοί τους. Ενδεικτικά αναφέρεται ότι οι γεροντότεροι στο χωριό λέγανε ότι τα νεοελληνικά τα μαθαίνανε από βλάχους που ερχόταν βοηθοί στα κοπάδια τους. Τον νεολογισμό Αρμάνοι ή ή Αρμάνοι που προσδιορίζει τις ομάδες με το γλωσσικό ιδίωμα των βλαχόφωνων πληθυσμών του ελληνικού χώρου, τον εισήγαγε ο Αχιλλέας Γ. Λαζάρου, με την ιστορική και φιλολογική πραγματεία του "Αρωμουνική και οι μετά της ελληνικής σχέσεις αυτής - Βλάχοι"(1986). Δίνεται έτσι λοιπόν η δυνατότητα να επιλέξουμε την προσφώνηση του ονόματος μας όπως επιλέξαμε να λεγόμαστε Έλληνες και για όχι π.χ. Γραικοί ή Γκιαούρηδες όπως μας προσφώνησαν διάφοροι εισβολείς. Ο όρος Βλάχοι από την αρχή της χρήσης του από τα γερμανικά φύλα χρησιμοποιήθηκε σκωπτικά και η χρήση αυτή γενικεύτηκε και μετά. Επιπλέον είναι ο όρος Αρωμάνος αναγνωρίζεται ευκολα τόσο από τη διεθνή επιστημονική βιβλιογραφία (Aromuns) αλλά κυρίως από τους ίδιους τους Αρμάνους με μικρές γλωσσικές διαφοροποιήσεις στην προφορά. Σήμερα οι ελληνόφωνοι της Ελλάδας αδυνατούν να κατανοήσουν τη διαφορά μεταξύ Βλάχου (λατινόφωνου) και βλάχου (ελληνόφωνου) ενώ συχνά σύγχυση επικρατεί και μεταξύ των Αρμάνων Βλάχων και Σαρακατσάνων! Με τον τρόπο αυτό υποσκελίζεται μια πολύτιμη κληρονομιά που κουβαλούν οι λατινόφωνοι ελληνικοί πληθυσμοί μέσα απο μια μακρά ιστορία μεταναστεύσεων και δοκιμασιών και πάντα με ελληνοτακτισμό. Ο όρος Βλάχος χρησιμοποιείται επίσης και προπαγανδιστικά καθώς οι Ρουμάνοι ονόμαζαν ολόκληρη περιφέρεια με το όνομα Βλαχία και ως εκ τούτου του κατοίκους τους Βλάχους (βλ περισσότερα στην ανάρτηση "Μελέτες για την καταγωγή μας".

γ) η γλώσσα των Αρμάνων δεν αμφισβητείται ότι δέχθηκε στο λεξιλόγιο και στη δομή της ισχυρή λατινική επίδραση όπως και πολλές ευρωπαικές (ιταλική, γαλλική, ισπανική και πορτογαλλική) . Είναι πολύ πιθανόν η Ρουμανία να τη διατήρησε επειδή εκλατινίστηκε συστηματικά απο αποίκους Ρωμαίους και μεταγενέστερα των άλλων πληθυσμών ενώ στους Αρμάνους διατηρήθηκε εξαιτίας της γεωγραφικής τους απομόνωσης στα βουνά διαλέγοντας το νομαδοκτηνοτροφικό τρόπο διαβίωσης εξαιτίας των ξένων εισβολέων στα μέρη τους (Σλάβοι, Βούλγαροι κα). Προσεκτική μελέτη που εμφανίζεται με το Ετυμολογικόν Λεξικό της Κουτσοβλάχικης Γλώσσης του Κ. Νικολαΐδη (1909) που περιλαμβάνει 6.657 λέξεις, μετρώνται στην Αρωμανική γλώσσα 3.560 με ελληνική προέλευση, 2.605 με λατινική, 185 με σλάβικη, 150 αλβανική και οι υπόλοιπες 157 με άγνωστη προέλευση ποσοστά τα οποία είναι παρόμοια και από το βραβευμένο απο τη Ρουμανική Ακαδημία ρωμανολόγο Βάιγκαντ. Αυτό που ίσως ξεγελά είναι η προφορά των πολλών ελληνογενών λέξεων οι οποίες συνερέθηκαν ή άλλαξαν κατάληξη από τους αγράμματους ποιμένες σε μια ρωμαιοκρατούμενη περιφέρεια και προσαρμοζόταν στην προφορά των λαών που συνυπήρχαν γεωγραφικά (Αλβανία, Ήπειρο, FYROM). Ιδιαίτερο ενδιαφέρον αποκτά το γεγονός ότι ενδελεχής μελέτη του λεξιλογίου των Αρμάνων της Ελλάδας οδηγεί στην τεκμηριωμένη καταγραφή δεκάδων λέξεων με προέλευση από την ομηρική εποχή αλλά και από την προγενέστερη εποχή (Γραμμική Β) (Δ. Στεργίου, 2007) οι οποίες μάλιστα δεν συναντώνται ούτε στην νεοελληνική γλώσσα και οι οποίες δεν μπορούν να αγνοηθούν.

δ) Δεν υπάρχει ενιαία αρωμανική γλώσσα.
Αυτό που υπάρχει είναι αρκετές διάλεκτοι ανάλογα την προέλευση των Αρμάνων (π.χ. Ριμένοι, Περιβολιώτες, Γραμμουστιάνοι κλπ), και τις επιρροές που αυτοί είχαν από γειτονικούς λαούς. Ενδεχομένως αφού η αρωμανική γλώσσα όπως εύστοχα διατυπώνει ο Σ Καργάκος είναι μια "κοινωνική" γλώσσα και όχι εθνική, να μην είναι όλοι οι Αρμάνοι των βαλκανίων ομοιογενείς. Στο συμπέρασμα αυτό φαίνεται να κλίνει και έγκυρη γενετική μελέτη (βλ. "Μελέτες για την καταγωγή μας"). Επίσης αν και εμφανίζεται μεγάλη συγγένεια με τη ρουμανική γλώσσα διαφοροποιούνται πλήρως ακόμα και μέσα στην ίδια τη Ρουμανία (Αρμάνοι της Ρουμανίας και Ρουμάνοι) όπως ξεκάθαρα δείχνουν οι αναλύσεις DNA.
Η διάλεκτος των "Ριμένων" της Ακαρνανίας (Ριμινέστι, Remeneshte) σύμφωνα με πολλούς μελετητές (Κακούδης, Αραβαντινός, Στεργίου) τόσο στους γλωσσολογικούς τύπους όσο και στην προφορά θεωρείται λιγότερο αλλοιωμένη από ότι οι άλλες. Από γλωσσολόγους (Μπέης, Ντίνας) εντάσσεται στα βόρεια γλωσσικά ιδιώματα αν και γεωγραφικά τα χωριά της Ακαρνανίας αποτελούν το νοτιότερο τμήμα της Ελλάδας με πληθυσμούς Αρμάνων. Η διάκριση αυτή οφείλεται σε κοινά γλωσσικά στοιχεία που εμφανίζει η γλώσσα των Ριμένων με βόρειους πληθυσμούς Αρμάνων (Fyrom, Aλβανία). Έτσι για παράδειγμα οι Ριμένοι χρησιμοποιούν το ρήμα "εσκου, eskou" για το ¨"είμαι" ενώ οι Αρμάνοι της Πίνδου χρησιμοποιούν τη λέξη "χιμου, himou". Επίσης οι Ριμένοι δεν χρησιμοποιούν συχνά το α- σε πολλές λέξεις όπως στις λέξεις "ρέου" για το ποτάμι και "Ριμένι" αντί της λέξης "αράου" και Αρμάνου αντίστοιχα. Είναι ανάγκη επομένως για κάθε χώρα ξεχωριστά ή για κάθε περιφέρεια να δημιουργηθούν λεξικά της αρωμανικής διαλλέκτου έτσι ώστε να εξαχθούν συμπεράσματα για την εξέλιξη της γλώσσας .


To 1997 η EE συνέστησε στην Ελλάδα να υποστηρίξει την διδασκαλία της γλώσσας, προκειμένου να αποφευχθεί η εξαφάνισή της, στα πλαίσια του, μη υπογεγραμμένου από την Ελλάδα, Ευρωπαϊκού χάρτη των περιφερειακών ή μειονοτικών γλωσσών. Οι ίδιοι όμως οι σύλλογοι των Αρμάνων με ελάχιστες εξαιρέσεις απορρίπτουν μια τέτοια προοπτική κυρίως επειδή δεν μπορεί να διδαχθεί σε σχολεία μια γλώσσα που επιβίωσε τόσους αιώνες μόνο με την προφορική παράδοση και άρα δεν γίνεται να αναβιώσει κάτι που δεν είχε ποτέ. Επίσης μια ομάδα Αρμάνων της Ελλάδας υποστηρίζει ότι δεν υπάρχει διαφωνία για τη μελέτη ή τη διατήρηση μιας γλώσσας που σβήνει αλλά οι επιφυλάξεις αφορούν το γεγονός ότι αυτό γίνεται ως κάλυψη για την ανάδειξη "μειονοτήτων". Είναι κοινή συνείδηση των Αρωμάνων της Ελλάδας ότι μια κοινωνική διαφοροποιήση τους από τους άλλους Έλληνες σε καμία περίπτωση δεν υπονοεί τάση για εθνική διαφοροποίηση και αυτό υποστηρίζεται ιστορικά και βιβλιογραφικά τουλάχιστον για τα τελευταία 1000 χρόνια (βλ Μελέτες για την Καταγωγή μας).

ΕΙΝΑΙ Η ΓΛΩΣΣΑ ΤΩΝ ΑΡΜΑΝΩΝ (ARMANESTI) ΑΥΤΟΝΟΜΗ ΓΛΩΣΣΑ Ή ΔΙΑΛΕΚΤΟΣ;
Στο παραπάνω ερώτημα η απάντηση εξαρτάται από το τι ορίζουμε ως γλώσσα. Η γλώσσα των Αρμάνων έχει πολλές ομοιότητες και διαφορές με Λατινική, τη Ρουμανική και την Ελληνική αλλά κάποιος που γνωρίζει μόνο μία από τις γλώσσες αυτές δεν μπορεί να συννενοηθεί με κάποιον που μιλά οποιαδήποτε από τις υπόλοιπες. Επομένως σύμφωνα με το κριτήριο της αμοιβαίας κατανόησης (Petyt, 1980) θα μπορούσε να αποτελέι μια αυτόνομη γλώσσα. Τότε όμως γιατί δεν συμβαίνει το ίδιο με τις γλώσσες που μιλούν στην Κίνα και στην Ινδία που ενώ οι άνθρωποι που τις μιλούν δεν μπορούν να συννενοηθούν μεταξύ τους εν τούτοις θεωρούνται από τις χώρες τους ως διάλεκτοι; Το ίδιο συμβαίνει και με την ποντιακή διάλεκτο η οποία εάν και έχει επηρεασθεί πολύ από την τουρκική γλώσσα και επίσης δεν γίνεται κατανοητ'η από τους άλλους Έλληνες εν τούτοις τη θεωρούμε ελληνική διάλεκτο. Από την άλλη παρόμοιες γλώσσες όπως των Σκανδιναβών ενώ μπορούν να συννενοηθούν μεταξύ τους οι ομιλητέσ τους εν τούτοις κάθε κράτος θεωρείται ότι έχει αυτόνομη ξεχωριστή γλώσσα. Άρα ο ορισμός της γλώσσας δεν στηρίζεται μόνο σε γλωσσολογικούς χαρακτήρες αλλά και σε πολιτικούς και ίσως αυτό πρέπει να το λάβει αυτό κάποιος υπόψιν του όταν θέλει να χαρακτηρίσει μια γλώσσα. Συμπερασματικά για τη γλώσσα που μιλούν οι Αρμάνοι θα πρέπει να λάβουμε υπόψιν
1) ότι χρησιμοποιήθηκε και εξακολουθεί να χρησιμοποιείται κυρίως στις περιοχές της οροσειράς της Πίνδου δηλαδή τον τόπο των αρχαίων Ηπειρωτικών φυλών
2) ξένοι μελετητές όπως Hammond (1999) και Weigand (1894) αλλά και Έλληνες όπως ο Νικολαίδης (1907), Στεργίου (2007), Τζημοζιώγας (2007) θεωρούν ότι το μεγαλύτερο ποσοστό των λέξεων έχει ελληνικλή προέλευση ενώ η ετυμολογία δεκάδων λέξεων οδηγεί στην διαπίστωση αρχαίων ελληνικών λέξεων που έχουν χαθεί από την Νεοελληνική
3) η ελληνική συνείδηση των Αρμάνων της Ελλάδας τουλάχιστον για 800 χρόνια όπως διαπιστώνεται ιστορικά από τους αγώνες τους εναντίων των εχθρών της Ελλάδας (βλ Καταγωγή ) και
4) η απουσία γραπτής γλώσσας
οδηγεί στη συμπέρασμα ότι μπορούμε να θεωρήσουμε τη γλώσσα των Αρμάνων όπως έχει διαμορφωθεί στην Ελλάδα ωσ διάλεκτο μιας αρχαιοελληνικής γλώσσας που μιλιόταν στα βοριοδυτικό τμήμα της αρχαίας ελληνικής επικράτειας

ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΤΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ ΤΩΝ ΡΙΜΕΝΩΝ

Το Αρβανιτοβλάχικο (Καραγκούνικο) γλωσσικό ιδίωμα της Ακαρνανίας

Ευτυχώς, η αλήθεια, αλλά και ο σεβασμός απέναντι στους Έλληνες Βλάχους, άρχισε να αποκαθίσταται από τότε που την αντιμετώπιση του βλαχικού ζητήματος ανέλαβαν Έλληνες επιστήμονες, Βλαχόφωνοι οι περισσότεροι. Περιορίζομαι εδώ στις μελέτες από τις οποίες αντλεί στοιχεία και το βιβλίο του Αντώνη Βασιλείου: Έχουμε τη μελέτη Τι είναι οι Κουτσόβλαχοι του ακαδημαϊκού Αντώνιου Κεραμόπουλου το 1939. Αργότερα (1976), υποβλήθηκε για έγκριση στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών η πρώτη διδακτορική διατριβή επί του θέματος, με τον τίτλο:Η Αρωμουνική και αι μετά της Ελληνικής σχέσεις της του Αχιλλέα Λαζάρου. Μια δεύτερη διατριβή υποβλήθηκε στην ίδια Σχολή το 1982: Το Ρήμα της Αρωμουνικής, του Αντώνη Μπουσμπούκη. Στο μεταξύ, από τη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης είχε εγκριθεί η διατριβή του Νίκου Κατσάνη, αργότερα και του Κώστα Ντίνα (οι τρεις τελευταίοι, Κατσάνης, Μπουσμπούκης και Ντίνας, κατέλαβαν και πανεπιστημιακές έδρες, είναι εκλεκτοί μας συνάδελφοι, με πολλές μελέτες για τη βλάχικη γλώσσα). Έχουμε, επίσης, τις εργασίες του Σταμάτη Μπέη, ερευνητή της Ακαδημίας Αθηνών, τη διατριβή της Δέσποινας Χανέλη για το βλάχικο ιδίωμα της περιοχής Καλαμπάκας, και ένα πλήθος άλλων δημοσιεύσεων, βιβλίων ή άρθρων -αναφέρω ενδεικτικά: του Λευτέρη Αλεξάκη, του Γιώργου Ανδρουλάκη, του Γιώργη Έξαρχου, του Παναγιώτη Ζώγα, του Αντώνη Κολτσίδα, του Αστέριου Κουκούδη, του Δημήτρη Στεργίου, του Στέφανου Σωτηρίου κ.ά.

Ξαναγυρίζοντας στον Αντώνη Βασιλείου, θυμίζω ότι δεν ξεκίνησε τη συγγραφή τού βιβλίου του τελείως απροετοίμαστος. Πάει καιρός που ασχολείται με την επιτόπια έρευνα, ενώ από το 2008 άρχισε να δημοσιεύει σχετικά άρθρα και μελέτες, και, μάλιστα, το 2012 δημοσιεύτηκε το βιβλίο του: «Τοπωνυμικό της Βλαχόφωνης (Καραγκούνικης) Περιοχής της Ακαρνανίας. Γεωγραφική και Ιστορική Επισκόπηση». Να μου επιτρέψετε να επισημάνω, με την εμπειρία που απέκτησα ως ερευνητής κατά τη δεκαοκταετή θητεία μου στο «Κέντρο Ερεύνης των Νεοελληνικών Διαλέκτων και Ιδιωμάτων» της Ακαδημίας Αθηνών, ότι, εάν δεν γνωρίζεις με λεπτομέρειες τις ιστορικές τύχες της κοινωνικής ομάδας που ερευνάς, εάν δηλαδή δεν είσαι καλός γνώστης της τοπικής ιστορίας μιας περιοχής, όπως και εάν δεν γνωρίζεις, ει δυνατόν εξ αυτοψίας, το γεωγραφικό ανάγλυφο του χώρου τον οποίον μελετάς, δεν είναι δυνατόν να έχεις ασφαλή συμπεράσματα σχετικά με την ονοματολογία (είτε για τα επώνυμα πρόκειται είτε για τα τοπωνύμια ή μικροτοπωνύμια).
Στο παρουσιαζόμενο βιβλίο, όπως ο ίδιος ο συγγραφέας σημειώνει, αντικείμενο της μελέτης του αποτελεί το βλάχικο (λατινογενές) ιδίωμα το οποίο «ομιλείται από μια γλωσσική ομάδα που κατοικεί εδώ και αιώνες -απομονωμένη από όλες τις άλλες βλαχόφωνες ομάδες- στην Ακαρνανία», η οποία, όσον αφορά «την εξάπλωση της βλάχικης γλώσσας», με κριτήριο τη μόνιμη εγκατάσταση βλαχόφωνων πληθυσμών, μπορεί να θεωρηθεί ως «το νοτιότερο σημείο» όχι μόνο της Ελλάδας αλλά και της Βαλκανικής Χερσονήσου. Τα χωριά της Ακαρνανίας όπου ομιλείται το συγκεκριμένο λατινογενές ιδίωμα είναι: η Στράτος, τα Όχθια, η Γουριώτισσα, η Παλαιομάνινα, το Αγράμπελο, το Στρογγυλοβούνι και ο οικισμός Μάνινα Βλυζιανών.
Το υπό εξέταση ιδίωμα εμφανίζει πολλές και σημαντικές διαφορές (λεξιλογικές, φωνολογικές, μορφολογικές κτλ.) από όλα τα άλλα βλαχικά ιδιώματα. Εκείνο, όμως, το χαρακτηριστικό που το κάνει να ξεχωρίζει, οφείλεται στο γεγονός ότι οι ομιλητές του ήταν, κατ’ ουσίαν, τρίγλωσσοι, εφόσον γνώριζαν ή/και μιλούσαν τα αρβανίτικα, εκτός από τα βλάχικα και τα ελληνικά. Στη σ. 52 του πρώτου μέρους, όπου ο συγγραφέας ασχολείται γενικά με τη βλάχικη γλώσσα, σημειώνει: «Το γεγονός της ύπαρξης πολλών λέξεων αλβανικής προέλευσης στο λεξιλόγιο της συγκεκριμένης γλωσσικής ομάδας δικαιολογεί απόλυτα το προσωνύμιο Αρβανιτόβλαχοι που της έχει αποδοθεί». Μας δίνει, μάλιστα, και κάποια στατιστικά στοιχεία (λ.χ., από τον τομέα των τοπωνυμίων, όπου το 33,5% είναι λατινικής προέλευσης, το 27,5% ελληνικής προέλευσης και το 21% αλβανικής). «Αυτό εξηγείται φυσικά -μας λέει στις σσ. 42-43- από το γεγονός ότι οι Βλαχόφωνοι της Ακαρνανίας έλκουν την καταγωγή τους από την Αλβανία καθώς η συγκεκριμένη γλωσσική ομάδα εγκαταστάθηκε μόνιμα στην περιοχή της Ακαρνανίας μόλις στα μέσα περίπου του 19ου αι.», εγκαταλείποντας την «κοιτίδα» της, που ήταν η Βόρεια και η Νότια Ήπειρος και ένα μέρος της Δυτικής Μακεδονίας.
Στο πρώτο μέρος του βιβλίου ο συγγραφέας ασχολείται, όπως είπαμε, γενικότερα με την καταγωγή της βλάχικης γλώσσας, αντιμετωπίζοντας νηφάλια, και θα πρόσθετα συναινετικά, τις δύο διαμετρικά αντίθετες απόψεις: την πρώτη, η οποία διατυπώνεται κυρίως από ρουμάνους ιστορικούς και γλωσσολόγους της προπολεμικής περιόδου, και η οποία υποστηρίζει ότι οι Βλάχοι προέρχονται από τα βόρεια της Βαλκανικής (από λαούς που εκλατινίστηκαν κατά μήκος του άξονα του Δούναβη, όπως λ.χ. οι Δακορουμάνοι) –και τη δεύτερη, η οποία υποστηρίζεται από την ελληνική επιστήμη αλλά και από νεότερους ρουμάνους και ξένους ερευνητές, και η οποία πρεσβεύει ότι πρόκειται για αυτόχθονες εκλατινισμένους Έλληνες της Ηπείρου, της Θεσσαλίας και της Μακεδονίας (μ’ άλλα λόγια, για τα αποτελέσματα του εκλατινισμού που έγινε κατά μήκος του άξονα της Εγνατίας Οδού).
Όπως πολύ σωστά υπογραμμίζει και ο Κώστας Ντίνας, στον πρόλογο του παρουσιαζόμενου βιβλίου, «η γλώσσα των Βλάχων, τα Βλάχικα (ή Αρωμουνική στη λόγια βιβλιογραφία), είναι γλώσσα νεολατινική, αυτόνομη και ισότιμη με την ιταλική, γαλλική, ισπανική, ρουμανική και προέρχεται από τη λαϊκή προφορική [λατινική] της Βαλκανικής. Δεν είναιδιάλεκτος της Ρουμανικής, αλλά κόρη, όπως και η ρουμανική, της λατινικής. Οι Βλάχοι αποκαλούν τους εαυτούς τουςArmînu, δηλαδή (με ένα προθετικό α- μπροστά:) Romanus ( Ρωμανία, ως γνωστόν, ονομαζόταν ολόκληρο το Βυζάντιο), όπως συνήθιζαν ν’ αποκαλούν Ρωμαίους -και στη λαϊκή γλώσσα Ρωμιούς- τους εαυτούς τους όλοι οι υπήκοοι του Βυζαντίου. Η ονομασία Βλάχος δεν χρησιμοποιείται από τους ίδιους, παρά μόνο επειδή τους επιβλήθηκε από μη Βλάχους».
Θα ήθελα, ακόμη, να εστιάσω σε δύο σημεία, [1] στο ότι «η Αρωμουνική είναι γλώσσα χωρίς κρατική υπόσταση» και [2] στο ότι η Αρωμουνική «είναι γλώσσα χωρίς γραπτή παράδοση, όπως χιλιάδες άλλες γλώσσες στην υφήλιο». Ως προς το πρώτο σημείο, καλό είναι να θυμίζουμε ότι οι Έλληνες Βλάχοι ουδέποτε απέβλεψαν σε κάποιου είδους κρατικό μόρφωμα, και μάλιστα απέτρεψαν μετά βδελυγμίας τους ελάχιστους ξενοκίνητους. Όπως έγραψε κάποτε η εφ. των Ιωαννίνων Η Φωνή της Ηπείρου (το φύλλο έχει αναπαραχθεί στην ιστοσελίδα vlahoi.net, όπου μάλιστα είδα και αναγγελία της αποψινής εκδήλωσης): οι Βλάχοι, έγραφε στο πρωτοσέλιδο η εφημερίδα, υπήρξαν « άνθρωποι εμφορούμενοι ανέκαθεν υπό αισθημάτων φιλελληνικωτέρων και αυτών των Ελλήνων», γι’ αυτό, άλλωστε, όπως όλοι μας ξέρουμε, μέσα από τους Βλάχους αναδείχθηκαν τόσοι πολλοί «εθνεγέρτες», όπως ο Ρήγας Φερραίος, αγωνιστές της Επανάστασης του 21 (όπως ο Ιωάννης Φαρμάκης, ο Γιωργάκης Ολύμπιος και ο Νικόλαος Κασομούλης), ποιητές (όπως ο Κρυστάλλης, ο Μαλακάσης, ο Βαλαωρίτης), εθνικοί ευεργέτες (όπως ο Αβέρωφ, ο Τοσίτσας, ο Ζάππας, ο Σίνας, πατέρας και υιός, ο Αρσάκης, ο Ριζάρης -στις δωρεές των οποίων οφείλονται το Παναθηναϊκό Στάδιο, το Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο, το Ζάππειο Μέγαρο, η Ακαδημία Αθηνών, το Εθνικό Αστεροσκοπείο, το Αρσάκειο, η Ριζάρειος Σχολή, η Σχολή Ευελπίδων, το Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο, το θωρηκτό «Αβέρωφ» κ.ά.). Βλάχοι υπήρξαν και ένα πλήθος άλλες προσωπικότητες που συνέβαλαν σημαντικά στην πολιτιστική, την κοινωνική και την οικονομική ανάπτυξη της χώρας.
Μολονότι τα λεξικά συντηρούν, προκειμένου για το βλάχος, και τη μειωτική σημασία “αγροίκος, άξεστος, επαρχιώτης”, η αλήθεια είναι ότι μεταξύ των βλάχων αναπτύχθηκε και μια αριστοκρατία των βουνών ή των ορέων / ωραίων (με όμικρον και έψιλον, αλλά και με ωμέγα και άλφα γιώτα –διατί να το κρύψωμεν, άλλωστε).
Ως προς το δεύτερο σημείο στο οποίο θα ήθελα να εστιάσω, αληθεύει, δυστυχώς, ότι η μοίρα των γλωσσών που μόνο μιλιούνται αλλά δεν γράφονται ή/και δεν κανονικοποιούνται με την έκδοση λεξικών, γραμματικών κτλ. -η μοίρα τους είναι να χάνονται... νωρίτερα. Όταν ο Γεώργιος Χατζιδάκις ίδρυσε το Αρχείο του Λεξικού της Ακαδημίας Αθηνών, η πρώτη του φροντίδα ήταν να καταγραφούν κατά προτεραιότητα, με επιτόπιες γλωσσοσυλλεκτικές αποστολές, οι γεωγραφικές ποικιλίες της Νέας Ελληνικής, που συνέχιζαν την προφορική παράδοση της γλώσσας και κινδύνευαν, για πολλούς και γνωστούς λόγους, να αφανιστούν. Για την απόδοση, μάλιστα, των ιδιαίτερων φθόγγων λ.χ. της Ποντιακής, της κυπριακής ή της Τσακωνικής, χρειάστηκε να συμπληρώσουν το ελληνικό αλφάβητο με ειδικά γραφήματα και σύμβολα. Με ανάλογο τρόπο, για την απόδοση των φθόγγων της βλάχικης γλώσσας οι επιστήμονες μελετητές που προαναφέραμε (όπως και ο Αντώνης Βασιλείου), καθιέρωσαν το λατινικό αλφάβητο, συμπληρώνοντάς το με ειδικά σύμβολα. Σώζονται (έχω κι εγώ στην κατοχή μου) κείμενα στη βλάχικη γλώσσα γραμμένα με ελληνικούς χαρακτήρες, κείμενα σε συνεχή λόγο, τα περισσότερα με λογοτεχνική αξία: λαϊκά παραμύθια, παροιμίες, τραγούδια κ.ά. στιχουργήματα με πλούσια και ενδιαφέρουσα ή και πρωτότυπη ομοιοκαταληξία -ένας ολόκληρος πολιτιστικός θησαυρός που δεν πρέπει να χαθεί. Η έρευνα του Αντώνη Βασιλείου, σε ό,τι αφορά το βλάχικο ιδίωμα της Ακαρνανίας, πρέπει να συνεχιστεί και προς αυτή την κατεύθυνση.
Περνάω, τώρα, στο δεύτερο μέρος του βιβλίου, το εκτενέστερο και ειδικότερο. Εφόσον η κοιτίδα των Αρβανιτόβλαχων της Ακαρνανίας είναι η Βόρεια Ήπειρος ή η Νότια Αλβανία, η γλωσσική τους ποικιλία ανήκει στην ίδια ομάδα στην οποία ανήκουν και τα βλάχικα ιδιώματα τα οποία μιλούσαν οι Φρασαριώτες, οι Μοσχοπολίτες, οι Βλάχοι του Γράμμου και του Βιτσίου και άλλοι στις γύρω περιοχές. Όλες αυτές οι βλάχικες ποικιλίες συγκροτούν τη λεγόμενη «βόρεια διαλεκτική ομάδα». Αντιθέτως, τα βλάχικα ιδιώματα της Δυτικής Μακεδονίας με κέντρο τη Σαμαρίνα, της Ηπείρου με κέντρο το Μέτσοβο, της βορειοδυτικής ορεινής Θεσσαλίας και του Ολύμπου (Βλαχολίβαδο, Κοκκινοπλός, Βλαχοφτέρη κτλ.) συγκροτούν τη λεγόμενη «νότια διαλεκτική ομάδα».
Όλα τα ιδιώματα, βόρεια και νότια, έχουν υποστεί την επίδραση της Ελληνικής, ιδίως στο λεξιλόγιο. Μερικά από τα λεξιλογικά δάνεια είναι αρκετά παλαιά, τόσο που μπορεί να γίνεται λόγος για λεξιλογικούς αρχαϊσμούς στο βλάχικο ιδίωμα. Θα δώσω ένα παράδειγμα που το χρωστάω στην παρατηρητικότητα της βλαχόφωνης μητέρας μου, με καταγωγή από τη Σμίξη Γρεβενών: για την ιταλικής προέλευσης λέξη της κοινής νεοελληνικής: κάλτσα, το βλάχικο ιδίωμα που χρησιμοποιούσε η μητέρα μου είχε τη λέξη: , πληθ. , και με το άρθρο στο τέλος: . Παρατήρησε, όμως, ότι τα βλάχικα ιδιώματα του Ασπροποτάμου είχαν, αντίστοιχα, τη λέξη: , όπου, εάν βγάλουμε το , έχουμε , δηλαδή περιπόδια, ενικός: περιπόδιον = η αντίστοιχη αρχαία λέξη (την έχουν όλα τα αρχαιοελληνικά λεξικά)!. Όταν κάποτε επιμορφώναμε δασκάλους και δασκάλες από τα ελληνικά σχολεία της Βορείου Ηπείρου, διαπιστώσαμε ότι ούτε αυτοί στο δικό τους ελληνικό ιδίωμα χρησιμοποιούσαν τη λέξη κάλτσες, αλλά τη λέξη περιπόδια, όπως και, αντί για πόρτα και πορτούλα, έλεγαν αρχαϊστικά: θύρα και θυροπούλα. Είναι, άραγε, τυχαίο το ότι και οι γείτονες των ελληνόφωνων βορειοηπειρωτών, οι Αρβανιτόβλαχοι του υπό μελέτη δείγματος, δεν λένε κάλτσες ή , παρά  (όπως τουλάχιστον με βεβαιώνει και ο Αντώνης Βασιλείου);
Η άλλη όψη της διείσδυσης του ελληνικού λεξιλογίου έχει να κάνει με το ότι, εφόσον δεν υπάρχει γραφή, η λατινογενής λέξη σταδιακά ξεχνιέται και αντικαθίσταται από την ελληνική: στα δικά μας βλάχικα, λέγανε παλαιότερα: πρι μουρ, δηλ. “στον τοίχο”, και τώρα, όλο και περισσότερο: πρι τοίχου. Έτσι και στην περίπτωση απώλειας λέξεων σχετικών με επαγγέλματα ή αξιώματα, τα ελληνικά υποκατάστατα, μαζί με το άρθρο lu της βλαχικής στο τέλος: π.χ. μηχανικόlu, αξιωματικόlu κ.τ.ό., δίνουν αφορμή στους... Γκρέκους να μας περιπαίζουν ότι έχουμε πολλές λέξεις με την κακέμφατη κατάληξη: -κόlu. Επίδραση της Ελληνικής εντοπίζεται, μεταξύ άλλων, και στα σύνθετα, με αποτέλεσμα, στο βλάχικο ιδίωμα της Ακαρνανίας (και όχι μόνο) να δημιουργούνται υβριδικοί σχηματισμοί: α΄ συνθετικό ελληνικό, π.χ. ξενο- ή ψευτο-ή ματα- (δηλ. μετα- = ξανά), αλλά β΄ συνθετικό λατινογενές:  (ξενοδουλεύω),  (ψευτοζώ),  (ξαναβλέπω).
Στον τομέα της φωνητικής και της φωνολογίας, εντοπίζεται η επίδραση του λεγόμενου ‘βορειοελλαδικού φωνηεντισμού’ της Ελληνικής, με βάση τον οποίο λ.χ. τα άτονα e και ο, προφέονται αντίστοιχα ως i και u (λ.χ. το παιδί και το άλογοπροφέρονται ως πιδί και άλουγου), επίδραση που ασκείται στα βλάχικα ιδιώματα της νότιας ομάδας, αλλά και στο αρβανιτοβλάχικο ιδίωμα, ιδίως από την εποχή που οι ομιλητές του εγκαθίστανται στην Ακαρνανία, στα ελληνικά ιδιώματα της οποίας παρατηρείται επίσης η στένωση των άτονων e και ο.
Κοινό στοιχείο με τις ποικιλίες της βόρειας διαλεκτικής ομάδας έχουν τα αρβανιτοβλάχικα την ειδική προφορά τού r, με έντονο κραδασμό.
Εντελώς ξεχωριστό χαρακτηριστικό τους αποτελεί ό,τι ο συγγραφέας αποκαλεί ‘αλλοφωνία’ του άλλου υγρού συμφώνου, του l, πριν από τα φωνήεντα / a, o, i και u /, όπου ή τρέπεται σε ημίφωνο / /, π.χ. αντί lapti (γάλα) έχουμε , ή, ενίοτε, αποβάλλεται: λ.χ. ocu και ucru αντί locu και lucru, που έχουν τα άλλα βλάχικα ιδιώματα, από τις λατινικές λέξεις, αντίστοιχα, locus = τόπος, χώρος, και lucrum = δουλειά, εργασία.
Εκεί όπου στα δικά μας ηπειρωτικο-μακεδονικά βλάχικα ιδιώματα υπάρχουν συμφωνικά συμπλέγματα, στο αρβανιτοβλάχικο ιδίωμα παρατηρείται ή απλοποίηση, δηλ. αντί  (ξύλο),  (ύπνος) και  (επιρρ., εκεί), έχουμε: , και  - ή ανάπτυξη ενός ημίφωνου / / για τη διάλυση του συμπλέγματος και τη διευκόλυνση της προφοράς: αντί  (αγρός),  (γιατρός),  (έφαγα), έχουμε: .
Άλλη χαρακτηριστική διαφορά του αρβανιτοβλάχικου ιδιώματος, ο σχηματισμός του μελλοντα: στα δικά μας ιδιώματα λέμε (ή , όπου το μόριο  προέρχεται από το ρήμα  = θέλω, ενώ στο ιδίωμα της Ακαρνανίας, μαζί με το προστίθεται, αρχαϊκότερα, και ο τελικός σύνδεσμος  (πβ. θε να φύγω). Εννοείται ότι οι διαφορές δεν εξαντλούνται με τα παραδείγματα που έδωσα (υπάρχουν και άλλες).
Σε αντίθεση με τη λατινική ή την ελληνική, τα βλάχικα ιδιώματα έχουν 36 φθόγγους (τα αρβανιτοβλάχικα 35, ένα φωνήεν λιγότερο). Οι ενδιάμεσοι φωνηεντικοί φθόγγοι της βλάχικης γλώσσας είναι που καθιστούν δύσκολη την προφορά της. Μου είχε κάνει εντύπωση από παιδί η παιγνιώδης στερεοτυπική φράση, χωρίς ιδιαίτερη σημασία, αλλά με δυσκολία προφοράς, όπου μπαίνουν στη σειρά οι λέξεις: αβγά, σταφύλια, πρόβατα (γύρω από μια βρύση):  ή , όπως έχει μετατραπεί το  στο αρβανιτοβλάχικο ιδίωμα).
Στο δεύτερο μέρος του βιβλίου, ο συγγραφέας αφιερώνει δύο ολόκληρα κεφάλαια στα θέματα της Φωνητικής, όπως και ένα εκτενές κεφάλαιο σε θέματα μορφολογίας, παραγωγής και σύνθεσης όχι μόνο κοινών ή προσηγορικών λέξεων αλλά και κύριων ονομάτων, όπως είναι τα βαπτιστικά, τα επώνυμα, τα παρωνύμια (παρατσούκλια) -γι’ αυτά τα τελευταία, μάλιστα, προσθέτει και ειδικά παραρτήματα στο τέλος του βιβλίου, με πλούσιο υλικό, με πολλές ερμηνευτικές πληροφορίες και προσπάθεια ετυμολόγησης (αξίζει τον κόπο να τα περιεργαστείτε, μπορεί να λύνουν απορίες που σας αφορούν και... δεν το ξέρετε!).
Σε ό,τι αφορά τα είδη των λέξεων (τα μέρη του λόγου) που πραγματώνονται στο ιδίωμα, αφιερώνει ξεχωριστά κεφάλαια, τόσο στα κλιτά: στο ουσιαστικό, στο ρήμα (για το οποίο προσθέτει στα παραρτήματα ευθύ και αντίστροφο αλφαβητικό πίνακα), στο επίθετο (χωριστό κεφάλαιο στα αριθμητικά), στις αντωνυμίες, στο άρθρο -όσο και στα άκλιτα: στα επιρρήματα, στις προθέσεις, στους συνδέσμους, ακόμη και στα επιφωνήματα (σε μια έκταση που δεν τη συναντάς στις Γραμματικές της Κοινής Νεοελληνικής).
Η εκτενής (665 σσ.) επιστημονική εργασία του Αντώνη Βασιλείου συνιστά μιαν εξαντλητική φωνητική, μορφολογική και λεξιλογική περιγραφή του αρβανιτοβλάχικου ιδιώματος της Ακαρνανίας. Μακάρι τέτοιου είδους εξαντλητικές μελέτες να είχαμε και για πολλά ιδιώματα της Νέας Ελληνικής. Κανονικά, η μελέτη αυτή θα έπρεπε να υποβληθεί στο Κέντρο Ερεύνης των Νεοελληνικών Διαλέκτων και Ιδιωμάτων για βράβευση από την Ακαδημία Αθηνών, αλλά, βλέπετε, αφορά όχι ένα ιδίωμα / μια γεωγραφική ποικιλία της ελληνικής, αλλά της βλάχικης γλώσσας. Η Σιναία Ακαδημία Αθηνών δεν φρόντισε, χρόνια τώρα, να ιδρύσει και ένα κέντρο μελέτης της μητρικής γλώσσας του ευεργέτη της Σίμωνος Σίνα, ας πούμε ένα Κέντρο Βλαχολογικών Μελετών.
Ευτυχώς, ο επιστημονικός κόσμος της χώρας, όπως και ο γενέθλιος χώρος και οι συντοπίτες του Αντώνη Βασιλείου, μαζί με το ΔΣ της Αιτωλικής Πολιτιστικής Εταιρείας, ξέρουν και ν’ αξιολογούν και να τιμούν ανθρώπους και εργασίες, που συμβάλλουν όσο τίποτε άλλο στη διατήρηση της πολιτιστικής μας κληρονομιάς.
Αντώνη, s’ hii gini.
Αθανάσιος Νάκας 
Καθηγητής Γλωσσολογίας, Πανεπιστήμιο Αθηνών / ΠΤΔΕ 
Διευθυντής Εργαστηρίου Εφαρμοσμένης Γλωσσολογίας 
και Μελέτης της Λογοτεχνίας και της Ρητορικής

ΓΛΩΣΣΟΛΟΓΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΠΟΥ ΔΕΙΧΝΟΥΝ ΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΠΙΔΡΑΣΗ ΣΤΗ ΔΙΑΛΕΚΤΟ ΤΩΝ ΑΡΜΑΝΩΝ
Μονάχη έγνοια η γλώσσα μου στις αμμουδιές του Ομήρου
Ο. Ελύτης , ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ, ΤΑ ΠΑΘΗ, Β΄
Η παρακάτω προσέγγιση είναι ερασιτεχνική αφορά κυρίως παρατηρήσεις στο λεξιλόγιο των Ριμένων και οποιαδήποτε δεδομένα μπορούν να εμπλουτίσουν ή να διορθώσουν στοιχεία από αυτή την ανάρτηση είναι ιδιαιτέρως ευπρόσδεκτα. Προτείνεται στον αναγνώστη η περαιτέρω μελέτη επιστημονικών προσεγγίσεων που αφορούν τη δομή και τη φωνολογία της γλώσσας των Αρμάνων και των διαλέκτων της από Κατσάνη Ν. & Ντίνα Κ., 1990, http://www.vlach.gr/ .
1) Η γλώσσα των Ριμένων είναι στην ουσία διάλεκτος της Αρωμανικής(Αρμανικής) γλώσσας όπως αναφέρθηκε παραπάνω και όχι απλά της Βλάχικης γλώσσας. Αυτή η διευκρίνηση είναι σημαντική καθώς δεν πρέπει να υποσκελιστεί η παράδοση, η κουλτούρα και η ελληνική καταγωγή των Ριμένων της Ελλάδας και να αποφευχθεί έτσι η ανιστόρητη ομογενοποίηση όσων μιλούν τις νεολατινικές γλώσσες.

2) Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα ονόματα όπως χρησιμοποιούνται μέσα στη γλώσσα στις προσφωνήσεις ως υποκοριστικά χαϊδευτικά.Έτσι συναντούμε τη λέξη Ακοίτης που έχει βρεθεί σε πελσγικές επιγραφές και το οποίο το συναντάμε μόνο στη Σαρακατσάνικη γλώσσα αλλά και στην Παλαιομανιώτικη διάλεκτο, ως Κοίτας (αντίστοιχο τού νεοχριστιανικού Χρήστος). Επίσης οι προσφωνήσεις σε συγγενικά πρόσωπα όπως λάλα, τατι, μάϊα, άττα δεν αποτελούν λέξεις εμπλουτισμού στις εκφράσεις τρυφερότητας όπως υποστηρίχθηκε, αλλά όπως συμβαίνει και με τους Αρμάνους νεοέλληνες τις διατηρούμε στο νεοελληνικό μας λόγο γιατί μας φαίνονται οικείες. Επίσης η αναφορά σε κάποιον γίνεται χρησιμοποιόντας το όνομα του πατέρα και του παππού του κατά το αρχαιοελληνικό πρότυπο πχ. Μίχα α Νώντα Μίχα (Ο Μιχάλης του Επαμεινώνδα του Μιχάλη δηλ το όνομα του εγγονού του πατέρα και του παππού)

3) Οι λέξεις όια (dele, dash στα αλβανικά, ovis στα λατινικά, ovka στα σλαβικά)που σημαίνει πρόβατο (Οδύσσεια κ, 572 ι, 425) και συναντάται μόνο στην τοπική διάλλεκτο καθώς επίσης και η λέξη τάτε συναφή με τη μυκηναϊκή λέξη pa-te (ατε και babas στα αλβανικά, abbas, patris λατινικα, otac,roditi σλαβικά). Επιλέχθησαν ως ιδαίατερα παραδείγματα αυτές οι λέξεις (όια και τάτε) επειδή η αυστηρώς πατριαρχική κοινωνία και παραδοσιακός νομαδοκτηνοτροφικός τρόπος ζωής δεν θα επέτρεπε εύκολα μέσα στους αιώνες να αλλάξουν δύο τόσο σημαντικές λέξεις για την κοινωνία τους.

4) η ονοματολογία που χρησιμοποιείται για τα πρόσωπα, περιλαμβάνει πλήθος αρχαίων ελληνικών ονομάτων που μεταφέρονται από γενιά σε γενιά, από γιαγιάδες και παππούδες. Η ύπαρξη τόσων πολλών ονομάτων από γενιά σε γενιά σε τόσο μικρούς πληθυσμούς, αν δεν συνδέεται με κάποια μακραίωνη παράδοση, σίγουρα εκφράζει τον ελληνοτακτισμό τουλάχιστον των Ριμένων της Ακαρνανίας. Ενδεικτικά αναφέρονται τα εξής ονόματα των κατοίκων της Παλαιομάνινας: Αχιλλέας, Αριστήδημος, Δημοσθένης, Δυσσέας (Οδυσσέας), Επαμεινώντας, Αριστοτέλης, Λεωνίδας, Σωκράτης, Μιλτιάδης, Μενέλαος, Θεμιστοκλής, Ξενοφώντας, Αρσινόη, Αλεξάνδρα, Αλκίπη, Πηνελόπη, Περσεφόνη, Καλλιρόη, Αθηνά, Αφροδίτη, Δήμητρα, Καλλιόπη, Πολυξένη, Μελπομένη, Ουρανία, Ναυσικά .

5) Ο Παλαιομανιώτης δημοσιογράφος Δημήτριος Στεργίου έχει καταμετρήσει εκατοντάδες λέξεις στο λεξιλόγιο των λατινόφωνων Ακαρνάνων με μυκηναϊκή αρχαϊκή ή βυζαντινή ρίζα, γεγονός που οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η διάλεκτος αυτή στην πραγματικότητα είναι μια ελληνορωμανική διάλεκτος με πολλές λέξεις με ελληνική ρίζα. Στο σημείο αυτό πρέπει να σημειωθεί ότι κάποιες λατινικές λέξεις έχουν ελληνική ρίζα και για αυτό είναι δύσκολο να ξεχωρίσει κάποιος σε ποια φάση πέρασαν στην Αρωμανική γλώσσα. Πιο ενδιαφέρον όμως παρουσιάζει η διαπίστωση ότι στο λεξιλόγιο αυτής της ελληνορωμανικής γλώσσας υπάρχουν λέξεις με αρχαϊκή ή μυκηναϊκή ρίζα και οι λέξεις αυτές δεν συναντώνται σε καμία άλλη ρωμανική γλώσσα ούτε ακόμα στη νεοελληνική. Φαίνεται λοιπόν αυτές οι λέξεις να έχουν επιζήσει μέσα από τους αιώνες έχοντας ως φορείς άτομα τα οποία μπορρούσαν εξαιτίας του κλειστού τρόπου της κοινωνίας τους να τα διατηρούν αναλλοίωτα στο χρόνο. Η ένσταση γιατί αυτές οι αρχαίες ελληνικές λέξεις δεν χρησιμοποιούνται στο σύγχρονο ελληνικό λόγο των Αρμάνων οφείλεται όπως ευκολα μπορεί κάποιος να αντιληφθεί στο γεγονός ότι η ανάμικτη γλώσσα (ελληνική και λατινικά) εξελίχθησαν μαζί σαν μια ενιαία γλώσσα στις κοινότητες των Αρμάνων.
6) Οι Σαρακατσάνοι είναι νομάδες κτηνοτρόφοι , η ελληνικότητα των οποίων δεν φαίνεται να αμφισβητείται από κανέναν σοβαρό ερευνητή στη βιβλιογραφία (Hoeg, Έξαρχος κα). Παρόλα αυτά στην ελληνική γλώσσα των Σαρακατσάνων υπάρχουν πάρα πολλές λέξεις κοινές και μοναδικές για τις δύο ομάδες που δεν συναντώνται αλλού και ούτε δικαιολογούνται από αλληλεπιδράσεις μεταξύ τους καθώς απέφευγαν τη συνύπαρξη. Επιπλέον τόσα "δάνεια" δεν θα δικαιολογούνταν από μια "ξένη" εθνολογικά ομάδα, γιατί οι Σαρακατσάνοι ερχόταν σε επαφή και με άλλα έθνη και παρόλα αυτά δεν δανείστηκαν παραπάνω λέξεις από ότι και οι άλλοι Έλληνες. Παραδείγματα κοινών λέξεων είναι: βάτρα για το τζάκι, Κοίτας όνομα για το Χρήστος, κατσούλα ή κιτσούλα για την κωνική σκεπή ή σκούφο, σάρικα μάλλινη ψιλή φλοκάτη μπάλιος για το παρδαλό άλογο, κόρμπα ή γκόρμπα για το μαύρο και το κοράκι, σαρμενίτσα για την κούνια, ζωστήρα ή ζωστάρι για τη ζώνη λιτάρ ή λιτάρι για το λεπτό σκοινί, λιμάζω και λιμόσου για το πεινάω και τον πεινασμένο νήλα για τη συμφορά πύρα για τη ζέστη και την πυρά τάτα ή τάτι για τον πατέρα μαλλιότα για τη μάλλινη κάπα Αντριάς ή Ντριέου για το Δεκέμβρη σιουράω για το σφυρίζω κα (Βλ περισσότερα στο βιβλίο το Γ Έξαρχου, "Σαρακατσάνοι" όπου περιλαμβάνεται και το λεξιλόγιο του C. Höeg και για την αρχαιοελληνική προέλευση το βιβλίο το Δ. Στεργίου "Μυκηναϊκές, ομηρικές βυζαντινές και νεοελληνικές ρίζες στο βλάχικο λόγο").
Στη συνέχεια ενδεικτικά, από το βιβλίο του Δ. Στεργίου "4500 Μυκηναϊκές, Ομηρικές Βυζαντινές και Νεοελληνικές ρίζες στο Βλάχικο λόγο" εκδόσεις Παπαδήμα (2007), μεταφέρονται λίγες από τις χαρακτηριστικές λέξεις που συναντώνται μόνο στην γλώσσα των Αρμάνων (γράφονται όμως όπως προφέρονται στη διάλεκτο Ριμινέστι) :

Α) στη μυκηναϊκή γραφή (Γραμμική Β):

Γραμμική Β Αρωμανική
a-ko-ro (αγρός) A-go-ro (αγρός)
Ai-za (αίγα) Ai-tzo(αίγα)
Me-ri (μέλι) Nie-ri(μέλι)
Pa-te (πατερας) Ta-te(πατέρας)
Wo-ko (οικος) O-ko (τοπος, γη)
Ko-ru (περικεφαλαία) Ko-ru (κέρατο) Β)
Ρa-we-a(ρουχισμός) Pa-e-a (ρουχισμός προικας)
Po-ku (μαλλί αρνιού) Fo-ku=(ακατέργαστο μαλλί αρνιού)
Β) στον ομηρικό λόγο:
1)αϊστο= άγνωστος
(Οδύσσεια (α, 242) ώχετο άϊστος, άπυστος (απήλθε αφανής)

2)απουλιάνο=χτυπώ
(Ιλιάδα Δ, 522) και οστέα λάας αναιδής άχρις απηλοίασε
(και τα κόκκαλα τα κατατσάκισε)

3)προσφωνήσεις σε πρόσωπα άττα=θεία (στην ομηρική διάλεκτο είναι προσφώνηση σε μεγαλύτερο)
Ιλιάδα Ι, 607, Π 561 Φοίνιξ άττα γεραιέ διοτρεφος ου τί με ταύτης
(« Φοίνικα, γέρο μου νουνέ, τιμές εγώ δε θέλω Σημ Μεταφρ Αλ Πάλλη)

4) μάϊα ή μάε=γιαγιά (από τη μητέρα)
Οδύσσεια Τ, 16 μαϊ άγε δη μοι έρυξον ενί μεγάροισι γυναίκας (έλα γιαγιά κράτησε τις γυναίκες μέσα στο σπίτι) Τη λέξη αυτή θεωρείται ότι δανείστηκαν οι Ρωμαίοι για το μήνα Μάϊο

5) τύνη=εσύ
Ιλιάδα Ε, 485 "τύνη δ΄έστηκας" (εσύ όμως στέκεις)

6) πύρα ή πύρε=φωτιά επίσης είναι και συνθετικο στη λέξη για την αστραπή "σκα-πυρε' και για τη λέξη χαράζει "ά-πυρε"
Ιλιάδα α, 52, αιεί δε πυραί νεκύων καίοντο θαμειαί (αδιάκοπα καίγονταν νεκρών πυκνές φωτιές

7)πυρουστία=πυρουστιά
πυρ+ιστίη(εστία)

8)περπόντε=περιπόδιο, κάλτσα περί+πους (ή ποντε μυκηναϊκά)

9) λυκουρίκι=πυγολαμπίδα
λέξη που περιέχει την ομηρική λέξη "λύκος"

10)κηρύκο=γκλίτσα
μηκυναϊκό karuke=ραβδί, karuka= ιερός κήρυκας και κηρύκειο

11) γκάγκανο=ξερό ξύλο
Ιλιάδα Φ, 364
υπό δε ξύλα κάγκανα κείται(ενώ ξερά καίνε από κάτω)

12) είσκω-μοιάζω, είμαι΄
Οδύσσεια ν, 313, σε γαρ αυτήν παντί είσκεις
(γιατί με το κάθε τι εξομοιώνεσαι ή μοιάζεις)

13) εάω= αφήνω
Παράγεται από το ρήμα εάω-ώ Οδύσσεια ξ, 171
"Αλλ΄η τοι τον ορκον μεν εάσομεν"ν (Ας τον αφήσουμε τώρα τον όρκο)
14) αώτου=προζύμι ή το πολύ μαλακό αντικείμενο όπως το μαλλί του προβάτου.
Με την έννοια του μαλλιού συννατάται στην Οδύσσεια του Ομήρου (ι, 434)¨
του κατά νώτα λαβών, λασίην υπό γαστέρ' ελυσθείς κείμην· αυτάρ χερσίν αώτου θεσπεσίοιο
(και στην κοιλιά του χαμηλά τη μαλλιαρή κρεμιέμαι,απ' τ' ώριο του μαλλί σφιχτά και δυνατά πιασμένος)
15) λιάω=παίρνω, κρατώ και από τη λέξη αυτή παράγεται και η λέξη "λεία"
"εν προτέρεσι πόδεσι κύων είχε ποικίλον ελλόν ασπαίροντα λάων"
(κάποιο σκυλί κρατούσε στα μπροστινά του πόδια ένα ελαφάκι) Οδύσσεια τ, 228
16) πουρίε=προσφορά, δώρο χρηματικό στο γαμπρό τη μέρα του γάμου
παράγεται από την ομηρική λέξη "πόρε" ="πόρη" =χαρίζω, προσφέρω
"την δε πόρε Φοίβος Απόλλων " (την οποία χάρισε ο Φοίβος Απόλλων) Ιλιάς Α, 72
"τα οί ποτε πατρί φίλα φρονέων πόρε Χείρων" (που κάποτε πρόσφερε στον πατέρα του ο Χείρων) Ιλιάς Δ, 219.

Γ) στην κλασσική αρχαιοελληνική γραμματεία

1) στρόφο =κωλικόπονος ("στρόμφος μέχει την γαστέρα", Αριστοφάνης "Θεσμοφοριάζουσες, 484),

2) ρέου= ποτάμι (λέξη που χρησιμοποιείται για το ποτάμι ενδεχομένως από τη λέξη ρέω=κυλώ)

3) Βάβω ή Βάβα =γιαγιά, στα αρχαία σήμαινε μαμή από το Βαυβώ/Ιάμβη, ξεγεννούσε κάθε χρόνο το νέο Βρέφος Ιακχο / Βάκχο]

4) Τριάπου= μονοπάτι, οδός , παραπέμπει στη λέξη "ατραπός"

5) Κινόσκω= γνωρίζω, αναγνωρίζω, λέξη που παραπέμπει στη λέξη "γινώσκω".

6) Έστι=είναι, παραπέμπει στη λέξη (!) "εστί"
7) Ακο= βελόνα, παραπέμπει στην αρχαία λέξη "ακή" που σήμαινε αχμή και έδωσε και τις νεοελληνικές λέξεις ακόντιο και ακόνι΄
8) Ώο=αυγό, παραπέμπει στην αρχαιοελληνική λέξη ωόν=αυγό
9) φυρίδα = θυρίδα, παράθυρο
10) τράστο=σακίδιο, από το "δράσσω" που σημαίνει περιλαμβάνει ενώ ο Ησύχιος διασώζει τη λέξη "δράστης" =κοφίνι
11) Χείρο=μάλλινη κλωστή από την λέξη "είρος" μαλλί
12) μπάλιος=παρδαλός άλογο με μέτωπο άσπρο που είχε ένα τμήμα μαύρο
"πώλοι βαλιός και τριχί βαλιοί (Ευριπίδη, Ιφιγένεια, εν Αυλίδι ,22) Έτσι ήταν ή λεγόταν και ένα άλογο του Αχιλλέα (Ιλιάδα Π, 149) και ένα από τα άλογα των θεών.
13)κλαία-κλειδί παρεμφερές με την αρχαία ελληνική λέξη κλαις (λατιν έγινε clavis)
Επίσης θεωρείται ότι υπάρχουν και λέξεις με αναγραμματισμό όπως
νάρι=μύτη από το "ρίνα"
τσι=τι από το "τις"
ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Μόνο λίγες λέξεις, όμοιες με λέξεις της αρμανικής γλώσσας με αρχαιοελληνική προέλευση, υπάρχουν στη ρουμανική γλώσσα. Η λέξη "τατα" λόγου χάρη συναντάται και στη ρουμανική γλώσσα όπως και η λέξεις "mieri" για το μέλι ,"ac" για τη βελόνα, "ou" για το αυγό και οι οποίες φαίνεται ότι περάσανε στην ρουμανική γλώσσα μέσω της πολύ συγγενικής τους αρωμανικής γλώσσας. Αυτό υποστηρίζεται από το γεγονός ότι δεν υπάρχουν σε άλλες λατινογενείς γλώσσες, έτσι ώστε κάποιος να θεωρήσει ότι πέρασαν από την αρχαιοελληνική στη λατινική και από κει στη ρουμανική. Επιπλέον για τις ίδιες λέξεις οι ρουμάνοι χρησιμοποιούν και άλλες λέξεις (πχ. για τον πατέρα χρησιμοποιούν τις λέξεις tată, părinte, taică για το μέλι miere, scump, drag ) κάτι που δεν συμβαίνει στη γλώσσα των Αρμάνων. Οι ίδιοι οι Ρουμάνοι παραδέχονται ότι η αρμανική γλώσσα έχει πολλές ελληνικές λέξεις θεωρώντας ότι αυτό οφείλεται στην παρουσία των Αρωμανικών πληθυσμών μέσα ή κοντά στον ελληνικό χώρο. Δεν δικαιολογείται όμως έτσι, γιατί η αρωμανική γλώσσα δεν κατακλύζεται από λέξεις σλαβικές (όπως η ρουμανική γλώσσα), τουρκικές ή αλβανικές καθώς η επαφή των Αρμάνων των βαλκανίων με γειτονικούς λαούς ήταν συνεχής και μακραίωνη.
Συνδέσεις:


Στην Ψηφιακή Βιβλιοθήκη Νεοελληνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Κρήτης μπορεί κανείς να διαβάσει και να κατεβάσει το Ετυμολογικόν λεξικόν της Κουτσοβλαχικής γλώσσης του Κωνσταντίνου Νικολαΐδη στη διεύθυνση:
http://anemi.lib.uoc.gr//metadata/5/4/3/attached-metadata-01-0000671/100792.pdf

http://dim-sapon.rod.sch.gr/topos/traki_laoi.htm


1 σχόλιο:

kynas Orion είπε...

...οι Βλαχοι ειναι το πρωτο αυτοχθονο θρακικο φυλο της βαλκανικης.ΕΙΝΑΙ ΟΙ ΠΑΝΑΡΧΑΙΟΙ Βυσσοι του Παγγαιου,(απο εδω ξεκινησαν τα μαντεια,μετα Σαμοθρακη και μετα ΔΕΛΦΟΙ.-ΤΑ ΑΚΑΤΑΛΗΠΤΑ ΤΩΝ ΠΥΘΙΩΝ ΘΡΑΚΙΚΑ-ΒΛΑΧΙΚΑ ΔΗΛΑΔΗ-)
ΜΕΤΑ ΟΙ ΒΥΣΣΟΙ->ΒΡΥΓΕΣ->ΦΡΥΓΕΣ ΟΤΑΝ ΑΠΟΙΚΗΣΑΝ ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΚΑΙ ΕΛΕΓΧΑΝ ΤΑ ΣΤΕΝΑ,.ΕΜΕΙΣ ΑΡΓΟΤΕΡΑ ΤΟΥΣ ΞΕΡΟΥΜΕ ΣΑΝ ΤΡΩΕΣ.
ΟΡΕ ΔΕΝ ΞΕΡΕΤΕ ΠΩΣ ΟΙ ΤΡΩΕΣ ΗΤΑΝ ΚΑΘΑΡΟΑΙΜΟΙ ΒΛΑΧΟΙ?

ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ ΤΟΥΣ ΑΛΛΟΙ ΕΠΑΝΗΛΘΑΝ ΣΤΟΝ ΤΟΠΟ ΤΟΥΣ (ΘΡΑΚΗ-ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ)(Ο ΜΕΓΑΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΤΙ ΝΟΜΙΖΕΤΕ ΟΤΙ ΗΤΑΝ?ΕΝΑΝ ΒΑΡΒΑΤΟΣ ΚΑΡΑΒΛΑΧΟΣ-γουσταρω πολυ τωρα που το σκεφτομαι..-χα!χα!)
και αλλοι αποικησαν την σημερινη Ιταλια.(κακα τα ψεματα ο Βιργιλιος στην Αινειαδα ουσιαστικα τον αποικισμο των Βλαχων περιγραφει και την καταγωγη των Λατινων..

Ορε παρτε το χαμπαρι,νου χιτσ γκλαροι(χα!χα!) Π Ρ Ω Τ Α Υ Π Η Ρ Χ Α Ν Ο Ι Β Λ Α Χ Ο Ι Κ Α Ι Μ Ε Τ Α Ο Ι Λ Α Τ Ι Ν Ο Ι

ΑΡΑ Η ΒΛΑΧΙΚΗ ΔΙΑΛΕΚΤΟΣ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΛΑΤΙΝΟΓΕΝΗΣ ΑΛΛΑ Η ΛΑΤΙΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ ΕΙΝΑΙ ΒΛΑΧΟΓΕΝΗΣ...

ΘΑ ΜΟΥ ΠΕΙΤΕ ΤΣΕ ΣΜΠΟΥΡΕΣΤ'Ι

Ε! ΕΤΣΙ ΕΧΟΥΝ ΤΑ ΠΡΑΜΑΤΑ ΤΙ ΝΑ ΚΑΝΟΥΜΕ

ΕΝΑΣ
ΒΟΥΚΟΛΟ-ΑΙΓΟΤΡΟΦΟΣ